Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Πώς γίνεται η διάγνωση του καρκίνου

Εισαγωγή
Σήμερα, ο καρκίνος μπορεί να αντιμετωπιστεί στις περισσότερες περιπτώσεις. Για να θεραπευτεί, όμως, πρέπει η διάγνωση να γίνει σε πρώιμα στάδια της νόσου. Επειδή η ασυμπτωματική περίοδος μπορεί να διαρκέσει μήνες ή χρόνια, υπάρχει κίνδυνος η διάγνωση της νόσου να γίνει όταν ο όγκος
έχει επεκταθεί τοπικά ή και έχει χορηγήσει μεταστάσεις.
 Κάθε ένδειξη (π.χ. επίμονος βήχας, αίμα στα κόπρανα) πρέπει να κινητοποιήσει το άτομο            για να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Ο ιατρός διαπιστώνει ή όχι συγκεκριμένα σημεία της νόσου κατά την διάρκεια της φυσικής εξέτασης. Τέλος, οι απεικονιστικές και ιστολογικές εξετάσεις οδηγούν στην διάγνωση του καρκίνου.


Συμπτώματα


Όταν μία κακοήθης νεοπλασία αποκτήσει ένα ορισμένο μέγεθος, προκαλεί διάφορες εκδηλώσεις:
  • πιέζει γειτονικούς ιστούς και - συνεπώς - μπορεί να προκαλεί πόνο
  • διηθεί γειτονικά αιμοφόρα αγγεία και μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία
  • αποκτά τέτοιο μέγεθος που καθίσταται ψηλαφητή
  • διαταράσσει την φυσιολογική λειτουργία των οργάνων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσκολίας στην κατάποση, μεταβολής στην χροιά της φωνής κ.α.

Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρία έχει καταρτίσει κατάλογο 7 πρώιμων εκδηλώσεων, που θέτουν υποψίες για την ύπαρξη κακοήθειας:
1.      αλλαγές στην συμπεριφορά του εντέρου ή της κύστης
2.      φλεγμονή του φάρυγγα που δεν υποχωρεί
3.      ασυνήθεις αιμορραγίες ή παθολογικό έκκριμα
4.      σκλήρυνση ή διόγκωση στον μαστό ή σε άλλο σημείο του σώματος
5.      δυσπεπτικά ενοχλήματα ή δυσκολία κατάποσης
6.      εμφανής αλλαγή σε σπίλο ή κρεατοελιά
7.      επίμονος βήχας ή βράγχος φωνής

Η αναγνώριση ενός συμπτώματος μπορεί να αποτελεί το πρώτο βήμα για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι δεν δίνουν σημασία σε αυτά τα προειδοποιητικά σημεία. Πολλές φορές καθυστερούν ακόμη και μήνες την επίσκεψη στον ιατρό, με αποτέλεσμα η πρόγνωση της νόσου να καθίσταται δυσχερέστερη.

Κλινική εξέταση


Οι πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη μίας νεοπλασίας μπορεί να προκύψουν κατά την κλινική εξέταση του ασθενούς. Η πλήρης κλινική εξέταση αφορά το σύνολο των συστημάτων του οργανισμού και έχει ως στόχο την αποκάλυψη ενδείξεων μη φυσιολογικής λειτουργίας των οργάνων του σώματος. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίδεται στις εξής περιοχές:
  • Εξέταση της ρινικής και της στοματικής κοιλότητας.
  • Εξέταση του λάρυγγα (λαρυγγοσκόπηση).
  • Ψηλάφηση των λεμφαδένων (τράχηλος, πάνω από την κλείδα, μασχάλες, βουβωνικές περιοχές).
  • Ψηλάφηση μαστών στις γυναίκες - όρχεων στους άνδρες.
  • Εξέταση της κοιλιάς. Το επιγάστριο ψηλαφείται προσεκτικά για διόγκωση κάποιου κοιλιακού οργάνου (ιδιαίτερα ήπατος ή σπληνός).
  • Γυναικολογική εξέταση.
  • Δακτυλική εξέταση από τον πρωκτό.

Κατά την εξέταση, ο ιατρός συλλέγει πληροφορίες από τον ασθενή σχετικά με διάφορες λειτουργίες του οργανισμού. Μερικές ερωτήσεις μπορεί να είναι πιο ειδικές, π.χ.:
         Είχατε βραχνάδα;
         Παρατηρήσατε αίμα στα κόπρανα;
         Είχατε δυσκοιλιότητα;
         Παρατηρήσατε πρόβλημα στην κατάποση;
         Είχατε ποτέ αιματηρή απόχρεμψη;
Καταφατική απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις οδηγεί σε ειδικότερη κλινική εξέταση και πιθανόν σε εξετάσεις αίματος ή ακτινολογικό έλεγχο.

Ακόμα, γίνονται ερωτήσεις σχετικά με το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου, ιδιαίτερα των πλησιέστερων συγγενών (γονέων, παππούδων, θείων και αδελφών). Οι ερωτήσεις αυτές αποσκοπούν στον εντοπισμό καρκίνου με κληρονομική προδιάθεση.

Ύποπτα ευρήματα σε οποιοδήποτε σύστημα οδηγούν σε περαιτέρω εξετάσεις. Για παράδειγμα, η διόγκωση ενός τραχηλικού λεμφαδένα μπορεί να οφείλεται σε όγκο, που έχει χορηγήσει μετάσταση από άλλο σημείο του σώματος. Συνεπώς, πρέπει να γίνει λεπτομερής έρευνα ώστε να εντοπιστεί η πρωτοπαθής εστία.

Εξετάσεις αίματος


Μη ειδικές εξετάσεις

Οι περισσότερες εξετάσεις αίματος είναι μη ειδικές. Αυτό σημαίνει ότι υποδεικνύουν την ύπαρξη μίας διαταραχής χωρίς να αποκαλύπτουν την συγκεκριμένη νόσο που την προκαλεί. Για παράδειγμα, η αναιμία μπορεί να οφείλεται σε διάφορα νοσήματα. Εάν υπάρχει ένας όγκος στο έντερο, μπορεί να προκαλεί αιμορραγία και - συνεπώς - αναιμία. Ο ακτινολογικός έλεγχος θα οδηγήσει στην διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου σε αυτόν τον ασθενή. Ομοίως, παθολογικές ηπατικές δοκιμασίες μπορεί να οφείλονται σε χολολιθίαση, ηπατίτιδα, καρκίνο ή τοξικότητα φαρμάκων.
Σε γενικές γραμμές, οι ιατροί ζητούν τις εξής εξετάσεις:
  • γενική αίματος
  • μεταβολικός έλεγχος
  • ηπατικές δοκιμασίες
  • εξετάσεις νεφρικής λειτουργίας
  • εξετάσεις θυρεοειδούς

Νεοπλασματικοί δείκτες

Πρόκειται για χημικές ουσίες, που παράγονται από διάφορες μορφές καρκίνου. Σε ορισμένες φλεγμονές μπορεί να εμφανιστούν σχετικά χαμηλά επίπεδα των δεικτών αυτών, αλλά οι νεοπλασίες των αντίστοιχων οργάνων συσχετίζονται με πολύ υψηλά επίπεδα. Εάν κατά την διάγνωση ο δείκτης είναι υψηλός, η επιτυχής αγωγή θα μειώσει το επίπεδό του ή θα το εξαφανίσει τελείως. Η επανεμφάνιση του δείκτη υποδηλώνει συχνά υποτροπή του καρκίνου. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και εάν δεν υπάρχει άλλο σημείο ή σύμπτωμα, πρέπει να γίνεται επανεκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς.


Η κυριότερη εξέταση βιολογικών υγρών αφορά τα ούρα (εξετάσεις ούρων). Η ανάλυση της σύνθεσης των ούρων είναι δυνατό να αποκαλύψει ποικίλες διαταραχές. Η παρουσία πρωτεΐνης ή γλυκόζης υποδηλώνει νεφρική πάθηση ή σακχαρώδη διαβήτη αντίστοιχα. Ο υψηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων υποδηλώνει ουρολοίμωξη. Η παρουσία πολλών ερυθρών αιμοσφαιρίων αποτελεί ένδειξη αιμορραγίας, πιθανώς εξαιτίας κάποιου νεοπλάσματος. Εάν ανιχνευτούν καρκινικά κύτταρα στα ούρα, απαιτούνται περισσότερες εξετάσεις. Με την κλινική εξέταση ή απεικονιστικές εξετάσεις, είναι δυνατό να διαπιστωθεί ύπαρξη υγρού στην θωρακική κοιλότητα, την κοιλιά ή τις αρθρώσεις, το οποίο πρέπει να αναρροφάται και να εξετάζεται σε μικροσκόπιο. Η οσφυονωτιαία παρακέντηση είναι μία ειδική εξέταση, κατά την οποία αναρροφάται εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ώστε να διαπιστωθεί η παρουσία μίας φλεγμονής ή μίας νεοπλασίας.

Η εξέταση των κοπράνων αποσκοπεί στην διαπίστωση μίας λανθάνουσας αιμορραγίας από το πεπτικό σύστημα. Η εξέταση γίνεται με εναπόθεση μικρής ποσότητας κοπράνων σε ειδικά επεξεργασμένο χαρτί, στο οποίο - επίσης - προστίθενται κατάλληλες χημικές ουσίες. Εάν τα αποτελέσματα είναι παθολογικά, συνιστάται ακτινολογικός έλεγχος και ενδοσκόπηση. Σημειώνεται ότι το αίμα στα κόπρανα οφείλεται συχνά σε αιμορροΐδες, αλλά πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο παρουσίας ενός όγκου.


Εφόσον υπάρχουν ενδείξεις από την κλινική και τις εργαστηριακές εξετάσεις, που συνηγορούν για την πιθανότητα ύπαρξης μίας νεοπλασίας, ο ιατρός θα ζητήσει την διενέργεια κάποιων απεικονιστικών εξετάσεων. Στις εξετάσεις αυτές περιλαμβάνονται:

1.      Απλές ακτινογραφίες (π.χ. θώρακος).
2.      Υπερηχογραφήματα.
3.      Αξονική τομογραφία. Οι πληροφορίες, που παρέχει η αξονική τομογραφία, δεν είναι χρήσιμες μόνο στην διάγνωση, αλλά συμβάλλουν και στον σχεδιασμό της θεραπευτικής αγωγής.
4.      Μαγνητική τομογραφία. Προσφέρει περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με την αξονική τομογραφία και δεν εμπεριέχει τον κίνδυνο έκθεσης στην ακτινοβολία.
5.      Εξετάσεις πυρηνικής ιατρικής (π.χ. σπινθηρογραφήματα).
6.      Αγγειογραφίες. Χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό όγκων του παγκρέατος, του ήπατος ή του εγκεφάλου (ιδίως προεγχειρητικά). Επίσης, μπορεί να πραγματοποιηθούν για την αποτελεσματικότερη χορήγηση των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων.


Τα εύκαμπτα ενδοσκόπια οπτικών ινών χρησιμοποιούνται ευρέως για την διάγνωση νεοπλασιών διαφόρων οργάνων:

         Βρογχοσκόπηση. Εφαρμόζεται για την αναζήτηση βλαβών στους πνεύμονες.
         Γαστροσκόπηση. Εφαρμόζεται για την επισκόπηση της εσωτερικής επιφάνειας του στομάχου.
         Κολονοσκόπηση. Εφαρμόζεται για την αναζήτηση βλαβών στο παχύ έντερο.
         ERCP (παλίνδρομη χολαγγειοπαγκρεατογραφία). Ο ιατρός εισάγει ένα εύκαμπτο ενδοσκόπιο οπτικών ινών στο στομάχι, επισκοπεί τους πόρους που διοχετεύουν την χολή από το ήπαρ, εισάγει ένα σωληνάκι διαμέσου των αγωγών αυτών και λαμβάνει εικόνες αναφορικά με την ακριβή θέση ενός όγκου των χοληφόρων.

Οι διαδικασίες ενδοσκόπησης των οργάνων επαναλαμβάνονται - μετά την θεραπευτική αγωγή - για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών παρεμβάσεων.


Πρόκειται για μικροσκοπική εξέταση κυττάρων από διάφορα όργανα του σώματος. Τα κύτταρα, που εξετάζονται, λαμβάνονται με τους εξής τρόπους:

         με φυσικό τρόπο (π.χ. βήχας - απόχρεμψη)
         με έκπλυση μίας κοιλότητας του σώματος
         με απόξεση της επιφάνειας του οργάνου

Η γνωστότερη κυτταρολογική εξέταση επινοήθηκε από τον Γεώργιο Παπανικολάου. Γίνεται απόξεση του τραχήλου της μήτρας και τα κύτταρα του υλικού, που λαμβάνεται, εξετάζονται για την παρουσία ανωμαλιών ή καρκίνο. Υλικό για κυτταρολογικές εξετάσεις λαμβάνεται και από την γλώσσα, τον οισοφάγο, τον στόμαχο ή την αναπνευστική οδό με την βοήθεια μικρής ψήκτρας (που εισάγεται διαμέσου ενδοσκοπίου).


Αποσκοπεί στον εντοπισμό μίας πρωτοπαθούς βλάβης ή μετάστασης στον μυελό των οστών. Η λήψη του δείγματος γίνεται υπό τοπική αναισθησία. Εισάγεται ειδική βελόνα στο στέρνο ή σε οστό της πυέλου και αναρροφάται μικρή ποσότητα μυελού, η οποία τοποθετείται σε αντικειμενοφόρα πλάκα και εξετάζεται στο μικροσκόπιο για την παρουσία στοιχείων λευχαιμίας, λεμφώματος ή άλλης μορφής νεοπλασίας.

Κατά την βιοψία μυελού των οστών, αφαιρούνται λεπτά τμήματα οστού με σκοπό την διάγνωση ορισμένων μορφών αιματολογικών κακοηθειών ή μεταστάσεων από άλλες θέσεις. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται στην σταδιοποίηση του καρκίνου.

Τέλος, ο μυελός των οστών εξετάζεται για την διάγνωση λοιμώξεων, την διαπίστωση της αποτελεσματικότητας της θεραπευτικής αγωγής και την εκτίμηση της ικανότητας του μυελού των οστών να παράγει κύτταρα μετά από την εφαρμογή μίας έντονης χημειοθεραπευτικής αγωγής.


Είναι η εξέταση, που οδηγεί στην οριστική διάγνωση του καρκίνου. Κατά την διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, αφαιρείται ο όγκος ή τμήμα μίας ύποπτης περιοχής σε ένα όργανο και αποστέλλεται για εξέταση. Ο παθολογοανατόμος εξετάζει το δείγμα σε μικροσκόπιο και διαπιστώνει την παρουσία ή μη καρκινικών κυττάρων στον ιστό, που έχει αφαιρεθεί.

Μερικές φορές, δείγματα ιστού λαμβάνονται και από λεμφαδένες της περιοχής ή παρακείμενους ιστούς. Με αυτόν τον τρόπο, διευκολύνεται ο προσδιορισμός της έκτασης της νόσου, του σταδίου του καρκίνου και επιτυγχάνεται η σταδιοποίηση ταυτόχρονα με την διαγνωστική διαδικασία.

Βιοψία με βελόνα

Εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ευπρόσιτων βλαβών και όγκων ορισμένων εσωτερικών οργάνων (π.χ. μαστός, πνεύμονας, νεφρός, ήπαρ, πάγκρεας). Υπό τοπική αναισθησία, εισάγεται λεπτή βελόνα με κατεύθυνση προς τον όγκο και λαμβάνεται μικρό τμήμα ιστού για εξέταση. Η μέθοδος ονομάζεται αναρρόφηση δια λεπτής βελόνης (FNA). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να εισαχθεί η βελόνα κατευθείαν εντός του όγκου. Για αυτόν τον λόγο, οι βιοψίες αυτές (ιδίως των εσωτερικών οργάνων) πραγματοποιούνται υπό ακτινολογική καθοδήγηση. Η μέθοδος αυτή δεν συνίσταται για όλες τις περιπτώσεις. Όταν περιέχονται στην περιοχή ζωτικής σημασίας δομές (π.χ. πάνω από την κλείδα) υπάρχει κίνδυνος επιπλοκών, όπως είναι η αιμορραγία και ο τραυματισμός των νεύρων της περιοχής.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου