Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακτινολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακτινολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 26 Απριλίου 2015
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014
19ο Πανελλήνιο Ακτινολογικό Συνέδριο
12/12/2014 05:11:00 μ.μ.
ακτινοθεραπεία
,
ακτινολογία
,
ακτινολογικό συνέδριο
,
ακτινοπροστασία
,
αξονική τομογραφία
,
μαγνητική τομογραφία
No comments
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας, καθηγητής κ. Κ. Στριγγάρης και το Διοικητικό Συμβούλιο σας ενημερώνουν ότι το 19ο Πανελλήνιο Ακτινολογικό Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις 19-21 Δεκεμβρίου 2014 στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο Divani Caravel. Δείτε την αφίσα και το συνοπτικό πρόγραμμα. Μπορείτε να κατεβάσετε την φόρμα εγγραφής και να διαβάσετε λεπτομέρειες σχετικά με τις ανακοινώσεις. Η προθεσμία υποβολής των εργασιών είναι η 7η Νοεμβρίου 2014.
Κατά τη διάρκεια του Συνέδριου, θα διοργανωθούν κλινικά φροντιστήρια με θέμα την Καρδιαγγειακή Απεικόνιση με Υπολογιστική Τομογραφία και Μαγνητικό Συντονισμό. Η δομή των φροντιστηρίων έχει ως εξής: δύο εισαγωγικές ομιλίες με θέματα "Ακτινοανατομία καρδιάς και στεφανιαίων αγγείων" και "Τεχνικές μετεπεξεργασίας". Μάθημα ακτινοανατομίας και παθολογίας καρδιάς - στεφανιαίων αγγείων σε σταθμούς εργασίας από εξειδικευμένους καρδιο-ακτινολόγους σε ομάδες ενδιαφερομένων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων, θα είναι περιορισμένος και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να δηλώσουν συμμετοχή μέχρι την Δευτέρα 24 Νοεμβρίου. Η συμμετοχή είναι δωρεάν. Συμπληρώστε την φόρμα και αποστολή στο congress@theotokistravel.gr
Γραμματεία: Γεωργία Ιορδανίδου,
Theotokis Travel Congresses
Lufthansa City Center
4, Eleftheroton Sq.
15232 Halandri, GR
Tel: +30 210 6852892
Fax: +30 210 6846676
email: congress@theotokistravel.gr
www.theotokistravel.gr
Πρόγραμμα
Πηγή
Κατά τη διάρκεια του Συνέδριου, θα διοργανωθούν κλινικά φροντιστήρια με θέμα την Καρδιαγγειακή Απεικόνιση με Υπολογιστική Τομογραφία και Μαγνητικό Συντονισμό. Η δομή των φροντιστηρίων έχει ως εξής: δύο εισαγωγικές ομιλίες με θέματα "Ακτινοανατομία καρδιάς και στεφανιαίων αγγείων" και "Τεχνικές μετεπεξεργασίας". Μάθημα ακτινοανατομίας και παθολογίας καρδιάς - στεφανιαίων αγγείων σε σταθμούς εργασίας από εξειδικευμένους καρδιο-ακτινολόγους σε ομάδες ενδιαφερομένων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων, θα είναι περιορισμένος και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να δηλώσουν συμμετοχή μέχρι την Δευτέρα 24 Νοεμβρίου. Η συμμετοχή είναι δωρεάν. Συμπληρώστε την φόρμα και αποστολή στο congress@theotokistravel.gr
Γραμματεία: Γεωργία Ιορδανίδου,
Theotokis Travel Congresses
Lufthansa City Center
4, Eleftheroton Sq.
15232 Halandri, GR
Tel: +30 210 6852892
Fax: +30 210 6846676
email: congress@theotokistravel.gr
www.theotokistravel.gr
Πρόγραμμα
Πηγή
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012
Υπολογιστές στην Ιατρική Απεικόνιση - Δίκτυα - PACS και Τηλε-ακτινολογία
ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΟ
1. Δίκτυα υπολογιστών
Επιτρέπουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων τερματικών.
Επιτρέπουν στους υπολογιστές να μοιράζονται από κοινού περιφερειακές μονάδες, όπως εκτυπωτές, σαρωτές ή laser συσκευές λήψης.
Στηρίζουν υπηρεσίες:
- ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail),
- μεταφοράς ηλεκτρονικών φακέλων
- και αξιοποίησης απομακρυσμένων τερματικών
Τα δίκτυα διακρίνονται σε :
- τοπικά (local area) και
- ευρείας περιοχής (wide area)
Τα τοπικά δίκτυα (LAN -local area network- ή extended LAN) αφορούν και συνδέουν τους υπολογιστές μέσα σε ένα εργαστήριο ή το πολύ σε ένα νοσοκομείο, ενώ τα δίκτυα ευρείας περιοχής (WAN wide area network) συνδέουν υπολογιστές που απέχουν μεταξύ τους μεγάλες αποστάσεις.
Ένας υπολογιστής μπορεί να ανήκει σε WAN χωρίς απαραίτητα να ανήκει σε LAN
Όμως συνήθως κάθε WAN αποτελείται από πολλά LAN.
Το μεγαλύτερο -- πιο ευρύ-- WAN είναι το INTERNET!

1.1. Τοπικό Δίκτυο - LAN (Local Area Network) (απλό ή εκτεταμένο)
Μορφή: αστέρας, κύκλος, δίαυλος
Χρησιμοποιεί repeaters και bridges
Πρότυπο: κυρίως το internet ακολουθεί το
TCP/IP = transmission control protocol (τεμαχίζει τις πληροφορίες σε πακέτα) / internet protocol (δρομολογεί τις πληροφορίες προς τον προορισμό)
Μέσο: καλώδιο, οπτικές ίνες, αέρας
Ethernet:
- διαμοιρασμένο bandwidth
- switched – full duplex
- 10, 100, 1000 και 10.000 Mbps
ATM: asynchronous transfer mode (γρήγορη μεταφορά μικρών πακέτων ομοιόμορφου μεγέθους)
SONET: synchronous optical network
1.2. Δίκτυο Ευρείας Περιοχής - WAN (Wide Area Network)
Επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις
Χρησιμοποιεί routers
Οι σύνδεσμοι παρέχονται από εταιρείες τηλεπικοινωνιών
(A)DSL: (asymmetric) digital subscriber line (1500 kbps)
ISDN: integrated services digital network (128 kbps) (προσαρμογέας τερματικού και όχι modem !!)
ISP: internet service provider
OC: optical carrier (μεταφορά με οπτικές ίνες για μεγαλύτερες ταχύτητες)
URL universal resource locator: σειρά χαρακτήρων που εισάγεται από το χρήστη, για να δεχτεί υπηρεσία από άλλον υπολογιστή μέσω internet
Π.χ.: http:// (το πρωτόκολλο) www (world wide web).ucdmc.ucdavis.edu/ (ο άλλος υπολογιστής) physics/text (τόπος της πληροφορίας)
www: το γρηγορότερα αναπτυσσόμενο μέρος του internet. Αποτελείται από servers (συνδεδεμένους στο internet), όπου υπάρχουν αποθηκευμένα έγγραφα (web pages), γραμμένα στη γλώσσα HTML (hypertext markup language). Τα έγγραφα αυτά μπορούν με τη σειρά τους να περιέχουν διάφορα URLs.
1.3. Δομή και λειτουργία των δικτύων
Οι «δομικοί λίθοι» των δικτύων είναι και υλικό (hardware) και λογισμικό (software)
Tα καλώδια μεταφοράς της πληροφορίας από έναν υπολογιστή σε έναν άλλο μπορεί να είναι
- ομοαξονικά (coaxial)
- απλά χαλκού ή
- οπτικές ίνες,
- συχνά όμως παρεμβαίνουν και μικροκύματα
- ή/και συνδέσεις μέσω δορυφόρου (ενσύρματες ή ασύρματες συνδέσεις)
Τα ομοαξονικά και τα καλώδια χαλκού μεταφέρουν ηλεκτρικά σήματα, ενώ οι οπτικές ίνες (από γυαλί ή πλαστικό) μεταφέρουν οπτικά σήματα που παράγονται από laser ή διόδους εκπομπής φωτός
Τα οπτικά σήματα στηρίζονται σε πιο ακριβή τεχνολογία, αλλά είναι απαλλαγμένα από ηλεκτρικά παράσιτα και ηλεκτρικές παρεμβολές
Ο ρυθμός μεταφοράς των δεδομένων σε ένα δίκτυο μετριέται σε:
- mega bits ανά δευτερόλεπτο (106 bps = 1Mbps) ή
- giga bits ανά δευτερόλεπτο (109 bps = 1Gbps)
και δεν πρέπει να συγχέεται με το ρυθμό μεταφοράς των δεδομένων από έναν χώρο του υπολογιστή σε έναν άλλο ή σε μαγνητικές ή οπτικές δισκέτες:
- mega bytes per sec – MBps ή
- giga bytes per sec – GBps
(υπενθύμιση: 1 byte = 8 bits)
Ο μέγιστος ρυθμός μεταφοράς δεδομένων σε μια επικοινωνία συχνά καλείται: «bandwidth».
Στην πράξη όμως ο ρυθμός μεταφοράς (throughput) παραμένει μικρότερος του μεγίστου, λόγω ατελειών σε σημεία του software ή του hardware.
Στα περισσότερα δίκτυα, ομάδες υπολογιστών μοιράζονται τους δρόμους επικοινωνίας.
Τα πρωτόκολλα των δικτύων διευκολύνουν αυτή την «κοινοκτημοσύνη» διαιρώντας την πληροφορία σε πακέτα!
Μερικά πρωτόκολλα επιτρέπουν τη μεταφορά πακέτων μεταβλητού μεγέθους, ενώ άλλα επιτρέπουν τη μεταφορά μόνον πακέτων συγκεκριμένου μεγέθους.
Κάθε πακέτο περιέχει πληροφορία που ταυτοποιεί τον προορισμό του και συχνά περιέχει πληροφορίες και για τον αποστολέα.
Ο υπολογιστής – προορισμός ενώνει τα πακέτα φτιάχνοντας την αρχική πληροφορία και μπορεί να απαιτήσει επαναμετάδοση, εάν διαπιστώσει χαμένα ή χαλασμένα πακέτα.
Τα μεγάλα δίκτυα συχνά περιέχουν «έξυπνους διακόπτες» (switches) που υποβοηθούν τα πακέτα στο πέρασμά τους από το ένα τμήμα του δικτύου στο επόμενο ή ακόμη και μεταξύ δύο δικτύων.
Κάθε συσκευή σε ένα δίκτυο, είτε είναι υπολογιστής είτε διακόπτης, λέγεται κόμβος (node) και επικοινωνούν μεταξύ τους με τους συνδέσμους (links).
Κάθε υπολογιστής συνδέεται στο δίκτυο με ένα προσαρμογέα δικτύου (network adapter), που λέγεται και network interface card, μια κάρτα επέκτασης της πύλης εισόδου/εξόδου I/O του υπολογιστή.
Κάθε σύνδεσμος – επαφή (interface) μεταξύ ενός κόμβου και του δικτύου, ταυτοποιείται με έναν μοναδικό αριθμό που καλείται ηλεκτρονική διεύθυνση δικτύου (network address).
Κάθε υπολογιστής συνήθως έχει μόνο έναν σύνδεσμο – επαφή, αλλά ένας διακόπτης (switching device) που συνδέει δύο ή περισσότερα δίκτυα μπορεί να έχει μια διεύθυνση σε κάθε δίκτυο.
Σήμερα σε πολλά μικρά LAN, οι υπολογιστές συνδέονται μεταξύ τους απ’ ευθείας, που σημαίνει ότι όλα τα πακέτα φτάνουν σε όλους του υπολογιστές.
Σε μεγαλύτερα όμως δίκτυα αυτό θα προκαλούσε συμφόρηση και κρίθηκε απαραίτητη η χρήση των διακοπτών για πακέτα (packet switching).
Βοηθητικά εξαρτήματα του δικτύου (bridges – γέφυρες, switches – έξυπνοι διακόπτες, routers - δρομολογητές) αποθηκεύουν προσωρινά τα πακέτα, διαβάζουν τη διεύθυνση προορισμού και τα στέλνουν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Σε πολύ μεγάλα δίκτυα τα πακέτα μιας ομάδας δεδομένων μπορεί να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους και να φτάσουν στον προορισμό τους με ανακατεμένη σειρά.
Τα πρωτόκολλα του δικτύου περιγράφουν μεθόδους επικοινωνίας και κυκλοφορίας των δεδομένων στο δίκτυο.
Το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) πρέπει να ταιριάζουν, να είναι συμβατά, με το πρωτόκολλο επικοινωνίας.
Ο όρος server αναφέρεται σε έναν υπολογιστή στο δίκτυο, που παρέχει μια ΥΠΗΡΕΣΙΑ στους άλλους υπολογιστές του δικτύου.
Ένας υπολογιστής με μια σειρά μαγνητικών δίσκων που παρέχει χώρο αποθήκευσης αρχείων για άλλους υπολογιστές, λέγεται «file server».
Υπάρχουν ακόμη servers εκτύπωσης, servers εφαρμογής, servers βάσης δεδομένων, servers ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, servers διαδικτύου και άλλοι.
2. PACS (Picture Archiving and Communications Systems)
Το PACS είναι ένα σύστημα με στόχο να αρχειοθετεί, διαχειρίζεται, διανέμει και αποθηκεύει ιατρικές εικόνες και δεδομένα (που συχνά έχουν μεγάλο όγκο), με τρόπο ώστε ηπρόσβαση σε αυτά, μέσα σε κατάλληλα διαμορφωμένο δίκτυο, από εξουσιοδοτημένα τερματικά, να είναι βατή.
Η αξιοπιστία και η απλότητα αυτής της λειτουργίας εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες, που ξεκινούν από εξειδικευμένα εξαρτήματα υπολογιστών και δικτύων (hardware) και φτάνουν στην ανάπτυξη έξυπνων και ευέλικτων προγραμμάτων υπολογιστών (software).
Οι εικόνες με τη βοήθεια του συστήματος PACS μπορούν να προβληθούν σε ηλεκτρονικές συσκευές (οθόνες) όπως:
- σωλήνες καθοδικών ακτίνων (CRT – Cathode ray tube)
- ή σε flat panel
Είναι επίσης εφικτό να καταγραφούν, με video ή laser camera, σε φωτογραφικό φιλμ που μετά τη χημική επεξεργασία μπορεί να προβληθούν σε κατάλληλες οθόνες.
Όπου χρειαστεί, η ψηφιακή εικόνα μετατρέπεται σε αναλογική με ένα DAC (digital to analog converter).
2.1. PACS και Τηλε-ακτινολογία
PACS: Picture archiving and communications systems
Πρότυπα:
- ACR για τηλε-ακτινολογία
- DICOM (digital imaging and communications in medicine)
Αφορούν δίκτυα για μεταφορά εικόνας και δεδομένων.
Παρεμβαίνουν:
- στην πρόσληψη των δεδομένων για τη δημιουργία ψηφιακών εικόνων
- στην αποθήκευσή τους
- στην παρουσίασή τους για ερμηνεία και γνωμάτευση
Το PACS είναι ένα σύστημα για την αποθήκευση, διαχείριση και διανομή ακτινολογικών εικόνων.
Τηλε-Ακτινολογία είναι η Ακτινολογία η εξοπλισμένη με τη δυνατότητα μεταφοράς αυτών των εικόνων σε πολλά τερματικά της νοσοκομειακής (συνήθως) μονάδας, και μάλιστα σε τερματικά που μπορεί να είναι αρκετά απομακρυσμένα από το ακτινολογικό μηχάνημα.
Το σύστημα PACS και η Τηλε-Ακτινολογία συνδέονται πολύ στενά, δεν έχουν όμως την αποκλειστικότητα χρήσης το καθένα για το άλλο.
Όταν «συνεργάζονται» ο στόχος είναι να παρέχουν την όσο το δυνατόν καταλληλότερη εικόνα στο χρήστη του τερματικού, συνήθως τον διαγνώστη ακτινολόγο.
Το σύστημα PACS διαφέρει σημαντικά σε μέγεθος και σε ειδικότερο στόχο από Νοσοκομείο σε Νοσοκομείο και από Κλινική σε Κλινική.
Μπορεί να είναι σε αποκλειστική χρήση μιας μονάδας Πυρηνικής Ιατρικής ή του τμήματος Υπερήχων.
Μπορεί να εμπεριέχει και τις μονάδες Επεμβατικής Ακτινολογίας, Μαγνητικού Συντονισμού ή /και Αξονικής Τομογραφίας.
Μπορεί επίσης, να εμπεριέχει αντίστοιχες μονάδες πολλών Ιατρικών Κέντρων.
Μπορεί να επεκτείνεται και στις μονάδες Εντατικής Θεραπείας, Άμεσης επέμβασης, ή και Παθολογίας.
Για την εύρυθμη λειτουργία του PACS (αποφυγή συμφορήσεων) συστήνεται να συνδέονται πιο στενά μεταξύ τους τα μέρη ενός δικτύου που ανταλλάσσουν συχνά εικόνες και σχετικά δεδομένα.
Η Τηλε – Ακτινολογία μπορεί να παρέχει την πρόσβαση και επικοινωνία μικρών ιατρικών κέντρων σε μεγάλες Ακτινολογικές Κλινικές και σε ειδικούς ακτινολόγους.
Θα πρέπει βέβαια, το μικρό ιατρικό κέντρο, να είναι εφοδιασμένο τουλάχιστον με ψηφιοποιητές ακτινογραφιών και να υπάρχει ειδική γραμμή επικοινωνίας με την Κεντρική Μονάδα, όπου οι εικόνες θα εμφανίζονται σε συγκεκριμένα τερματικά.
Η Τηλε- Ακτινολογία επιτρέπει επιπλέον την πρόσβαση στις ψηφιακές εικόνες, ενός ειδικού ακτινολόγου που επιθυμεί να τις μελετήσεις στο σπίτι του.
Αυτό, βέβαια, απαιτεί να έχει στο σπίτι του ο ακτινολόγος ένα κατάλληλο σύστημα για την προβολή και επεξεργασία της ψηφιακής ακτινογραφίας, με σύνδεση:
- ISDN (Integrated Services Digital Network)
- ή DSL (Digital Subscriber Lines)
που προμηθεύει η τοπική εταιρεία τηλεπικοινωνιών.
Η Ακτινολογική Κλινική θα πρέπει από τη μεριά της να είναι συνδεδεμένη με συμβατό σύστημα επικοινωνίας.
Αλλά, για να είναι αποδεκτό σήμερα ένα σύστημα PACS θα πρέπει να προσαρμοστεί – συμμορφωθεί με τις αρχές ενός νεότερου συστήματος – πρωτοκόλλου (standard):
του DICOM [(Digital Imaging Communications in Medicine) «Πρότυπο μεταφοράς ιατρικών ψηφιακών εικόνων»]. Πρόκειται για ομάδα πρωτοκόλλων που θέτουν κανόνες:
- στην ψηφιακή απεικόνιση (ανάκτηση και διαμόρφωση εικόνων και σχετιζομένων πληροφοριών από απεικονιστικά μηχανήματα με προτυποποιημένο τρόπο)
- και την «κυκλοφορία» της από τις πηγές παραγωγής (λήψης) (απεικονιστικά συστήματα) στα τερματικά μιας ιατρικής μονάδας.

Στο παρελθόν, οι κατασκευαστές απεικονιστικών μηχανημάτων, εφάρμοζαν «ατομικά» πρωτόκολλα καταγραφής δεδομένων και εικόνων κατά την εξέταση, απαγορεύονταςέτσι ουσιαστικά τη μεταφορά, αποθήκευση και προβολή των εικόνων διαφορετικών κατασκευαστών σε ένα σύστημα δικτύου PACS.
To πρόβλημα λύθηκε με την παρέμβαση της ACR (American College of Radiology) και της ΝΕΜΑ (National Electrical Manufacturers’ Association) http://medical.nema.org/, που επιχορήγησαν τη δημιουργία ενός κοινού πρωτοκόλλου, το οποίο και ονομάστηκε DICOM (Digital Imaging and Communications in Medicine).
2.2. Πρότυπο ACR
Η τηλε-ακτινολογία είναι εξοπλισμένη με σύστημα μεταφοράς των εικόνων σε απομακρυσμένα δωμάτια από αυτό στο οποίο δημιουργούνται, και σύστημα επιστροφής της ιατρικής αναφοράς (medical report).
Το πρότυπο ACR πρωτοδημοσιεύτηκε το 1994 και ακολούθησαν βελτιωμένες «εκδόσεις» το 1996, 1998, 2002.
Το πρότυπο ACR περιγράφει:
- τα προσόντα που πρέπει να έχει το προσωπικό κάθε εμπλεκόμενης ειδικότητας
- τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εξοπλισμού
- τις συνθήκες και προϋποθέσεις αδειοδότησης και πιστοποίησης
- την περιοδικότητα και το είδος των ελέγχων καλής λειτουργίας
- τη διαχείριση των δεδομένων των ψηφιακών εικόνων (παρέχει τα χαρακτηριστικά και διαχωρίζει τις εικόνες αναλόγως της επιφάνειάς τους)
large matrix images (CT, projection film)
- spatial resolution > 2.5 lp/mm στην είσοδο του ανιχνευτή
- βάθος > 10 bits / pixel
π.χ. chest radiography 35*43 cm2:
vertical lines = 35cm * 2.5 lp/mm * 2 l/lp = 1750 lines
horizontal lines = 43cm * 2.5 lp/mm * 2 l/lp = 2150 lines
άρα pixel format > 1750 * 2150 (με pixel size = 200 μm περίπου).
2.3 Πρότυπο DICOM
Προσφέρει λύσεις με:
- σαφείς ορισμούς των χρησιμοποιούμενων όρων
- τυποποίηση της ψηφιακής εικόνας
- περιγραφή των δυνατοτήτων διασύνδεσης
- καθορισμό προδιαγραφών για μεταφορά εικόνας
- περιγραφή προσυμφωνημένων κανόνων επικοινωνίας
- έγγραφη συμφωνία από όσους αποδέχονται και υιοθετούν το πρότυπο
Κυριάρχησε στη μεταφορά των ιατρικών εικόνων.
Έχει ενσωματώσει τις απαιτήσεις των ήδη υπαρχόντων δικτύων.
Πρόκειται για χιλιάδες σελίδες παρόλο που περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες διευκρινίσεις.
Παρέχει κανόνες για ανταλλαγή δεδομένων και σωστή επικοινωνία μεταξύ: μηχανημάτων, υπολογιστών και νοσοκομείων, σύμφωνα με οδηγίες της National Electronic Manufacturer’s Association, NEMA http://medical.nema.org/
Οι κανόνες αυτοί παρέχουν τη δυνατότητα αμφίδρομης επικοινωνίας που:
- ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο των «συγκρούσεων»
- βοηθά-προωθεί τη δυνατότητα εξέλιξης και αναβάθμισης του συστήματος
Η επικοινωνία στο DICOM λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα:
- προετοιμασία (π.χ. έλεγχος ότι υπάρχει ανοικτός δρόμος)
- διαχείριση δεδομένων για ασθενή και εξέταση
- ποιότητα εικόνας (επεξεργασία)
- ασφάλεια πρόσβασης
Το DICOM διευκολύνει τη διαχείριση και διανομή των ψηφιακών εικόνων και των δεδομένων που τα συνοδεύουν, μέσα στο δίκτυο.
Το πρωτόκολλο DICOM διαχωρίζει τα δεδομένα σε 3 κύρια αντικείμενα, (το καθένα με τη δική του φόρμα - μορφή):
- ασθενείς,
- μελέτες,
- εικόνες
Το DICOM επίσης, επιτρέπει μόνο πρότυπες (standard) υπηρεσίες που πιθανόν να ζητηθούν, όσον αφορά τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα:
- βρες (find),
- μετέφερε (move),
- αποθήκευσε (store) και
- πάρε (get)
Στο DICOM περιγράφονται και κωδικοποιούνται και τα απεικονιστικά μηχανήματα ανάλογα με τη χρήση τους (καρδιολογικών εξετάσεων, μαστογραφίας, υπερήχων).
2.4. PACS και δυνατότητες
Σήμερα, τα περισσότερα «προϊόντα» των κατασκευαστών απεικονιστικών μηχανημάτων και συστημάτων PACS «υπακούουν» στις απαιτήσεις DICOM και μάλιστα συνυποβάλλουν επίσημη δήλωση με διευκρινίσεις με ποια ακριβώς σημεία του πρωτοκόλλου DICOM είναι εναρμονισμένα.
Στην πράξη, βέβαια, η ταυτόχρονη υποστήριξη υπηρεσιών του DICOM, από δύο διαφορετικά μηχανήματα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα δύο αυτά μηχανήματα μπορούν να συνεργαστούν στο ίδιο δίκτυο.
Πριν την παραλαβή κάθε μηχανήματος, πρέπει να γίνεται ο απαραίτητος έλεγχος στη συμβατότητα με το σύστημα επικοινωνίας.
Μετά τη σωστή εναρμόνιση (στο πρότυπο DICOM), ο «κατασκευαστής» των PACS θα πρέπει να «κτίσει» το έργο του με πολλή προσοχή, ώστε να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε απαιτήσεις των χειριστών.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στους «κόμβους» των λεωφόρων επικοινωνίας του δικτύου, που συνδέουν τους «τόπους» δημιουργίας των ψηφιακών εικόνων και δεδομένων, με τους «τόπους» αναζήτησης και επεξεργασίας αυτών.
Το PACS είναι ένα πολυσύνθετο, κατανεμημένο, ηλεκτρονικό σύστημα και κάθε κόμβος έχει το δικό του ρόλο στη ροή των εικόνων.

Το σύστημα PACS δημιουργήθηκε πριν μερικές δεκαετίες, όταν ακόμη δεν υπήρχε η ψηφιακή εικόνα.
Η αναλογική όμως εικόνα (film) έθετε (και θέτει) περιορισμούς στη διαθεσιμότητα, πρόσβαση, μεταφορά και αρχειοθέτησή της στο σύστημα.
Τα τελευταία χρόνια η εξέλιξή του PACS ήταν ραγδαία, βασισμένη στην ψηφιακή τεχνολογία και τη σημαντική πτώση τιμών αφενός και αφετέρου στην βελτίωση των δυνατοτήτων:
- στα δίκτυα υπολογιστών,
- στα αποθηκευτικά μέσα και
- στις μονάδες εμφάνισης των εικόνων και των δεδομένων που τις συνοδεύουν.
Τώρα πια, το σύστημα PACS μπορεί:
- να αναπαραγάγει ψηφιακές εικόνες ταυτόχρονα σε πολλά τερματικά, π.χ. σε αυτό του ακτινολόγου και σε αυτό του παθολόγου του υπεύθυνου για το συγκεκριμένο ασθενή
- να κρατήσει πολλές εικόνες αποθηκευμένες για μεγάλο χρονικό διάστημα
- να δημιουργήσει ένα “filmless” περιβάλλον, όπου «η απώλεια ακτινογραφιών», ένα από τα κυριότερα προβλήματα στα μεγάλα Νοσοκομεία, τείνει πλέον να εκλείψει
- να βοηθήσει τα απομακρυσμένα αγροτικά ιατρικά κέντρα να επικοινωνούν με νοσοκομεία των μεγάλων πόλεων, να στέλνουν ακτινογραφίες, να ανταλλάσσουν γνώμες και πληροφορίες, που στηρίζουν τη σωστή διάγνωση και τρόπο θεραπείας
Το σύστημα PACS ελέγχει:
• interfaces:
- απεικονιστικών συσκευών, που παράγουν ψηφιακές εικόνες (και ψηφιοποιητών)
- ψηφιακών συσκευών αποθήκευσης εικόνων
- τερματικών μονάδων με πολλές οθόνες
• και το δίκτυο των υπολογιστών, που συνδέει όλες αυτές τις συσκευές.
Το σύστημα PACS εμπεριέχει:
- ένα εξειδικευμένο λογισμικό διαχείρισης βάσεων δεδομένων, ώστε να υπάρχει δυνατότητα καταχώρησης και εντοπισμού των εικόνων
- και ένα εξειδικευμένο λογισμικό που να δίνει τη δυνατότητα στο διαγνώστη ακτινολόγο να διαλέγει και να επεξεργάζεται τις εικόνες.
Είναι ακόμη εφικτή και χρήσιμη η δυνατότητα που προσφέρει το σύστημα PACS για
- πολλαπλή πρόσβαση και
- δυνατότητα σύνδεσης με άλλα δίκτυα, όπως το πληροφοριακό σύστημα Νοσοκομείου (HIS – hospital information system) και το πληροφοριακό σύστημα της ακτινολογίας (RIS – radiology information system)
Το RIS χρησιμοποιείται κυρίως
- για εντολές και προγραμματισμό εξετάσεων,
- για διατήρηση του αρχείου των ασθενών,
- για περιγραφές,
- ιατρικές αναφορές και
- ετοιμασία λογαριασμού
Συνήθως το RIS είναι μέρος του ΗIS ή περιλαμβάνεται μέσα στο PACS και δεν είναι αυτόνομο, για να αποφεύγονται οι είσοδοι των ίδιων δεδομένων περισσότερο από μιαφορά.
Το PACS και το RIS πρέπει να παρέχουν στο χειριστήριο του υπεύθυνου των απεικονιστικών μηχανημάτων σειρά δεδομένων σχετικών με την περιγραφή του εξεταζόμενου και των αιτούμενων εξετάσεων, ώστε κάθε μελέτη – εικόνα – προβολή να συνοδεύεται απαραίτητα από όλα τα στοιχεία, για μια σωστή ταυτοποίηση
Ένα απλό παράδειγμα που μπορεί να δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα, είναι ο τρόπος καταγραφής του ονόματος του ασθενή.
Το σύστημα RIS ή ΗIS θα πρέπει να μην αφήνει ο ασθενής Γιάννης Δελαπόρτας να καταχωρηθεί με περισσότερο από έναν τρόπο:
- π.χ. Ιωάννης Δελαπόρτας και όχι Γιάννης Δελαπόρτας
- ή Ι. Δελαπόρτας ή Δελαπόρτας Γιάννης κλπ.
Και μόνον αυτό το φίλτρο θα διευκολύνει την αναζήτηση παλαιότερων εξετάσεων για άμεση σύγκριση με τη νεότερη, όπως και την ανάκληση εξετάσεων άλλου τμήματος για τον ίδιο ασθενή για παράλληλη μελέτη.
Στο σύστημα PACS συνήθως «κυκλοφορεί» μια «περίληψη» των εξετάσεων του κάθε ασθενή, για λόγους αποφυγής μεγάλου φόρτου στο δίκτυο.
Υπάρχει όμως η δυνατότητα να δοθεί στον ενδιαφερόμενο (πχ. υπεύθυνος παθολόγος) αναλυτικότερη αναφορά, εφόσον το ζητήσει.
2.5. Ψηφιακή Αποθήκευση Εικόνων στο σύστημα PACS
Στο σύστημα PACS η αποθήκευση των εικόνων γίνεται συνήθως με «ιεραρχικές» μεθόδους, όπου
- οι πιο πρόσφατες εικόνες είναι διαθέσιμες σε σειρές μαγνητικών σκληρών δίσκων
- και υπάρχει συνεχής μεταφορά των παλαιότερων εικόνων σε μικρότερης ταχύτητας αλλά μεγαλύτερης χωρητικότητας μέσα αποθήκευσης, όπως οι οπτικοί δίσκοι και οι μαγνητικές ταινίες.
Η απαιτούμενη συνολική χωρητικότητα των δεδομένων μιας μονάδας εξαρτάται
- από το σύστημα PACS που διαθέτει
- και από το φόρτο εργασίας.
Για παράδειγμα ένα τμήμα πυρηνικής ιατρικής μεσαίου μεγέθους (για τα αμερικάνικα δεδομένα) «παράγει» μερικά gigabytes (109) εικόνων το χρόνο.
Ένας μόνο μαγνητικός δίσκος μεγάλης χωρητικότητας και λίγοι επανεγγραφόμενοι οπτικοί δίσκοι θεωρούνται αρκετοί).
Όμως ένα τμήμα ακτινολογίας και πάλι μεσαίου μεγέθους, με CT, MRI, ψηφιακό ακτινογράφο, μπορεί να παράγει μερικά terabytes (1012) το χρόνο, όπως και ένα τμήμα καρδιακού καθετηριασμού – επεμβατικής καρδιολογίας.
Υπάρχει η αποθήκευση «on line», που χρησιμοποιεί μαγνητικούς δίσκους και παρέχει άμεση πρόσβαση στα αρχεία.
Η αποθήκευση μπορεί να είναι «near – line» που αναφέρεται σε «jukeboxes» οπτικών δίσκων (πιο γρήγοροι) ή μαγνητικών ταινιών (πιο φθηνές) και η πρόσβαση απαιτεί περίπου 1 λεπτό, χωρίς παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα.
Η αποθήκευση «off – line» χρησιμοποιεί επίσης οπτικούς δίσκους ή μαγνητικές κασέτες τοποθετημένες σε ράφια. Η ανθρώπινη παρέμβαση εδώ, είναι απαραίτητη.
Η αποθήκευση μπορεί να γίνει σε έναν υπολογιστή (storage server) ή μπορεί να κατανεμηθεί σε περισσότερους, μέσα στο δίκτυο.
2.6. Πλεονεκτήματα των PACS
- άμεση πρόσβαση σε πλήθος εικόνων, από πολλούς χρήστες (επιτάχυνση της κλινικής διαδικασίας).
- δυνατότητα επεξεργασίας της εικόνας και σύγκρισής της με παλαιότερες.
- μείωση της απώλειας εξετάσεων-φιλμ.
- μείωση χώρου αποθήκευσης των εξετάσεων-αναφορών (πρώην film).
- δυνατότητα διάγνωσης με τη βοήθεια λογισμικού.
2.7. Μειονεκτήματα των PACS
- συχνή ανανέωση εξοπλισμού (κυρίως του βοηθητικού) (εκτός από την πρώτη «μεγάλη» αλλαγή).
- ανάγκη συνεχούς παρουσίας τεχνικού προσωπικού υποστήριξης του συστήματος .
- χαμηλότερο δυναμικό εύρος σε σχέση με το φιλμ.
- και χειρότερη διακριτική ικανότητα στην οθόνη σε σχέση με το φιλμ (κάτω από ορισμένες συνθήκες).
- χρόνος προσαρμογής των ακτινολόγων στη νέα τεχνολογία.
- ασφάλεια και αξιοπιστία (πιθανή πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων ατόμων).
2.8. Ασφάλεια στο PACS
Για την καλύτερη δυνατόν ασφάλεια σε σύστημα PACS, απαιτούνται τουλάχιστον:
- ασφαλές περιβάλλον
- αυτόματο back up σε περίπτωση φωτιάς, πλημμύρας, διακοπής ρεύματος
- προστασία από κλοπή ή υποκλοπή
- εμπιστευτικότητα στην μεταφορά πληροφοριών
- εγγυημένη προστασία των δεδομένων
- ασφαλείς δοκιμές και βελτιώσεις
- μόνιμη επισήμανση των εικόνων με δεδομένα που τη συνοδεύουν
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012
Νεο Site Ακτινολογικό Τμήμα "ΑΧΕΠΑ" Θεσσαλονίκης
ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Α.Π.Θ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Επισκεφθείτε το νέο site του ακτινολογικού τμήματος της Ιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης και ενημερωθείτε για τα προγράμματα μαθηματων, συνέδρια, βιβλία καθώς και περιγραφή ενδιαφέροντων περιστατικών του μήνα.
Πηγή
Πηγή
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011
Παγκόσμια ημέρα του παιδιού 11 Δεκεμβρίου: δωρεάν εξετάσεις για παιδιά από το Ιασώ Παίδων
Δωρεάν εξετάσεις σε παιδιά σε όλες τις παιδιατρικές κλινικές θα παρέχει την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου το Ιασώ Παίδων, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού.
Ειδικότερα, προσφέρει δωρεάν επισκέψεις σε ειδικότητες παιδιάτρου και παιδοχειρουργού, 50% έκπτωση σε διαγνωστικές εξετάσεις, 20% έκπτωση σε νοσηλεία που θα
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
ΝΕΟ Φοιτητικό Ακτινολογικό forum
Ένα νέο φοιτητικό forum για ενημερώσεις και επίκαιρα ζητήματα που αφορούν τους φοιτητές του τμήματος Ραδιολογίας - Ακτινολογίας του ΤΕΙ Αθήνας που δημιουργήθηκε από φοιτητές του τμήματός μας.
Το link είναι:
http://radiologyteiath.forumgreek.com/
Το link είναι:
http://radiologyteiath.forumgreek.com/
Κυριακή 15 Μαΐου 2011
Νέα διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα ακτινολογίας
Ο Καθηγητής Ακτινολογίας κύριος Κ. Στριγγάρης μιλά για το πόσο σημαντική είναι η θέσπιση πρωτοκόλλων, ώστε να υπάρχει μία ιεράρχηση στις εξετάσεις που θα πρέπει να κάνει ο ασθενής. Με τα πρωτόκολλα αποφεύγονται οι άσκοπες εξετάσεις. Ετοιμάζεται ο νέος οδηγός για το πώς και πότε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι διάφορες μέθοδοι και σε ποιες περιπτώσεις. Ακολουθήστε το σύνδεσμο...
http://www.iatronet.gr/video/nea-therapeftika-kai-diagnostika-protokolla-aktinologias/36/
http://www.iatronet.gr/video/nea-therapeftika-kai-diagnostika-protokolla-aktinologias/36/
Τετάρτη 20 Απριλίου 2011
Βασικά μέτρα προστασίας του υγειονομικού προσωπικού στο ακτινολογικό εργαστήριο από αιματογενώς μεταδιδόμενα νοσήματα
Το υγειονομικό προσωπικό και ειδικότερα αυτοί που έρχονται σ΄επαφή με το αίμα των ασθενών κινδυνεύουν να μολυνθούν και να νοσήσουν από αιματογενώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Κατά το 1999, 32 άτομα του προσωπικού του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης δήλωσαν στην υπηρεσία παρακολούθησης και αντιμετώπισης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων ,επαφή με βιολογικά υγρά ή τραυματισμό, δυνητικά ικανών να μεταδώσουν λοιμώδη νοσήματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό ανήκε στο νοσηλευτικό προσωπικό και στους γιατρούς. Σε 23 άτομα ο τραυματισμός προήλθε από βελόνα ,σε 4 από νυστέρι ,σε 1 από γυαλί, ενώ σε 4 άτομα εκτινάχθηκαν στο βλεννογόνο των οφθαλμών σταγονίδια αίματος. Το όργανο τραυματισμού είχε χρησιμοποιηθεί σε 7 ασθενείς με HBsAg+ , σε 1 με σύφιλη και σε 6 με ηπατίτιδα C. Σε μια από τις 4 περιπτώσεις διαβροχής του κερατοειδούς το υγρό ήταν μολυσμένο με αίμα ασθενούς με ηπατίτιδα C. Η πλειοψηφία από τους παραπάνω υπαλλήλους δεν ανέφερε στην υπηρεσία ,η οποία έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, αν υποβλήθηκε σε έλεγχο για να διαπιστωθεί αν μεταδόθηκε η λοίμωξη. Παρόλου που η από ατύχημα μετάδοση της λοίμωξης δεν είναι συχνή,ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, ενώ τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργούνται από τον φόβο της μετάδοσης του νοσήματος, είναι βασανιστικά. Το πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα της μετάδοσης των ιών με αυτούς τους τρόπους, φαίνεται σε στατιστική μελέτη που έγινε στις ΗΠΑ, όπου διαπιστώθηκε πως κάθε χρόνο 8700 μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού μολύνονται από ηπατίτιδα Β και 170 -180 άτομα της ίδιας ομάδας καταλήγουν από επιπλοκές αυτής της νόσου. Είναι προφανές πως η γνώση ορισμένων δεδομένων και η λήψη απλών προφυλάξεων μπορεί να γλιτώσει το εμπλεκόμενο προσωπικό από σοβαρά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας ενώ παράλληλα αποκαθίστανται λανθασμένες απόψεις οι οποίες οδηγούν σε υπερβολές και έτσι καθίσταται αποτελεσματικότερη η παροχή των ιατρικών υπηρεσιών. Εντούτοις το υγειονομικό προσωπικό σε μεγάλο ποσοστό αγνοεί βασικά επιδημιολογικά στοιχεία και μέσα προφύλαξης. Ιδιαίτερα κινδυνεύει το νεώτερο σε ηλικία προσωπικό. Σε μια μελέτη που έγινε στη Γαλλία σε σπουδαστές της ιατρικής που συμμετείχαν στην αιμοληψία, από το 84% που απάντησε σε ειδικό ερωτηματολόγιο ,το ένα τέταρτο είχε τρυπηθεί από βελόνη στην διάρκεια αιμοληψίας και μόνο το 39% από αυτούς ανέφεραν το γεγονός στους υπεύθυνους.
Οι γιατροί και προϊστάμενοι των τμημάτων , όπου αντιμετωπίζονται ασθενείς μ΄ αυτά τα νοσήματα, έχουν την υποχρέωση να γνωρίζουν την επιδημιολογία αυτών των νοσημάτων και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους ίδιους και το προσωπικό. Είναι σημαντική η παροχή συμβουλών προφύλαξης από εξειδικευμένο προσωπικό στο προσωπικό που εργάζεται σε χώρους όπου γίνονται μεγάλες η μικρές επεμβάσεις ή εξετάζονται βιολογικά υγρά καθώς και η ενημέρωση για τον τρόπο πρόληψης της νόσου μετά από επαφή με τους αντίστοιχους παθογόνους ιούς.
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η ηπατίτιδα Β αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τη χώρα μας ενώ για τους υγειονομικούς αποτελεί την πιο συχνά αιματογενώς μεταδιδόμενη λοίμωξη. Η μεγάλη εξάπλωσή της οφείλεται , αφ΄ενός μεν στο ότι ο ιός HBV είναι διαδεδομένος σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και αφ΄ετέρου στο ότι είναι σε μεγάλο βαθμό λοιμογόνος. Το ιικό φορτίο στο αίμα των ασθενών με ηπατίτιδα Β, έχει δεκαπλάσια ποσότητα ιών από αυτή των ασθενών με ΣΕΑ, ενώ ο ιός επιζεί στο αποξηραμένο αίμα επί μια εβδομάδα. Η νόσος μεταδίδεται με το αίμα, σεξουαλικά και δια της πλακούντειας κυκλοφορίας. Άτομα που κινδυνεύουν περισσότερο να μολυνθούν και να αναπτύξουν ηπατίτιδα είναι οι ασθενείς που λαμβάνουν παράγωγα αίματος, οι χρήστες ενδοφλεβίως χορηγούμενων εξαρτησιογόνων ουσιών, οι ενεργείς ομοφυλόφιλοι άνδρες, οι απασχολούμενοι σε υπηρεσίες υγείας και οι ασθενείς ιδρυμάτων ατόμων με αναπηρίες. Από εκείνους που τραυματίζονται με μολυσμένο όργανο ,αναπτύσσει λοίμωξη , ανάλογα με τη λοιμογόνο ικανότητα του ιού το 12-30% ,οι περισσότεροι θεραπεύονται ενώ το 25-10% από αυτούς αναπτύσσει χρόνια ηπατίτιδα. Από τους ασθενείς που αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα περίπου οι μισοί εμφανίζουν ενεργό αναδιπλασιασμό του ιού ,από τους τελευταίους το 20% θα αναπτύξει κίρρωση σε 5 έτη. Η χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας Β αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κίνδυνου για την ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου.
Η ηπατίτιδα C (ιός ΗCV ) μεταδίδεται στο γενικό πληθυσμό κυρίως από μεταγγίσεις μολυσμένου αίματος ή των παραγώγων του κάτι που γίνονταν πολύ συχνά πριν από το 1989, όταν δεν ήταν γνωστός ο ιός ΗCV καθώς και από χρήση ενδοφλεβίως χορηγούμενων εξαρτησιογόνων ουσιών. Από αναφορές ατόμων του νοσηλευτικού προσωπικού που ήρθαν σε διαδερμική επαφή με μολυσμένο αίμα διαπιστώθηκε ότι νόσησε το 6-10%. Η λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C έχει το χαρακτηριστικό ότι προκαλεί χρόνια ηπατίτιδα πολύ συχνότερα (70%) από ότι η ο ιός της ηπατίτιδας Β, ενώ η κίρρωση παρατηρείται συχνότερα. Ο κίνδυνος λοίμωξης από τον ιό ΗCV είναι μεγαλύτερος διότι δεν υπάρχει εμβόλιο ούτε σκεύασμα ειδικής ανοσοσφαιρίνης.
Η μελέτη μιας ομάδας 52 ατόμων του νοσηλευτικού προσωπικού που μολύνθηκε και ανέπτυξε ΣΕΑ , έδειξε ότι στο 90% των περιπτώσεων το υλικό που μετέδωσε τον ιό ήταν αίμα και η μετάδοση ,στο 88% των περιπτώσεων, έγινε μετά από τραυματισμό με αιχμηρό μολυσμένο αντικείμενο. Στους υπόλοιπους η λοίμωξη μεταδόθηκε από επαφή μολυσμένων βιολογικών υγρών με το βλεννογόνο ή το δέρμα. Ευτυχώς η μετάδοση του ιού ΗΙV μ΄ αυτόν τον τρόπο δεν είναι εύκολη, δεδομένου ότι μόνο το 0,3% των ατόμων που τραυματίζονται νοσούν, ενώ μετά από επαφή στους βλεννογόνους το αντίστοιχο ποσοστό είναι 0,2% και για την επαφή στο άθικτο δέρμα <0,1%. Ο κίνδυνος λοίμωξης είναι μεγαλύτερος, όταν η επαφή είναι παρατεταμένη , το τραύμα μεγάλο και όταν το υγρό έχει μεγάλo ιικό φορτίο, κάτι που συμβαίνει στο αίμα των ασθενών με ΣΕΑ που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της νόσου.
Προφυλάξεις για το υγειονομικό προσωπικό
Δεδομένου ότι η συχνότερη αιτία μετάδοσης του ιού είναι ο τραυματισμός με βελόνα ή νυστέρι η κύρια προσπάθεια εστιάζεται στην πρόληψη αυτών των ατυχημάτων. Έτσι απαγορεύεται η κάλυψη των χρησιμοποιημένων βελονών με το κάλυμμά τους, διότι αυτή η κίνηση αποτελεί συχνή αιτία αυτοτραυματισμού .Τα αιχμηρά μολυσμένα εργαλεία πρέπει να τοποθετούνται σε ειδικό δοχείο, ποτέ επάνω στον ασθενή ή σε περιοχές που μπορεί να καλυφθούν με μαλακά υλικά όπως γάζες ή χαρτί. Aν ένα μολυσμένο αιχμηρό εργαλείο, όπως είναι το νυστέρι πρέπει να επαναχρησιμοποιηθεί ,αυτό τοποθετείται σε εδικό δοχείο, σε απόσταση από άλλα αντικείμενα ή καρφώνεται σε αποστειρωμένο σπόγγο για να είναι εύκολη η σύλληψη του. Η μη χρήση εργαλείων ευθύνεται για τραυματισμούς στη διάρκεια ραφής. Η ραφή πρέπει να γίνεται με βελονοκάτοχο και κατά το δέσιμο του κόμβου η μύτη της βελόνας συλλαμβάνεται από το βελονοκάτοχο. Τα αιχμηρά αντικείμενα τα παίρνει από το δίσκο εργαλείων, τα χρησιμοποιεί και τα επανατο-ποθετεί σε ασφαλές σημείο κατά προτίμηση το ίδιο άτομο ενώ η παράδοση τέτοιων εργαλείων από χέρι σε χέρι πρέπει να αποφεύγεται. Στην αποφυγή παρομοίων ατυχημάτων συμβάλλει και η συνεχής επικοινωνία των εργαζόμενων με σαφείς οδηγίες η προειδοποιήσεις στην διάρκεια της επέμβασης. Η απόρριψη των αιχμηρών εργαλείων πρέπει να γίνεται σε στέρεα δοχεία ενώ τα βιολογικά υγρά σε κλειστές πλαστικές σακούλες.
Τα πλαστικά γάντια πρέπει να φοριούνται σε κάθε περίπτωση που χρησιμοποιείται αιχμηρό εργαλείο όχι μόνο για να προστατεύουν από την επαφή σε θέσεις όπου υπάρχει λύση της συνέχειας του δέρματος αλλά και για να μειωθεί ο αριθμός των ιών που θα μολύνουν αν το αιχμηρό όργανο διαπεράσει το γάντι και τραυματίσει. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι ιδιαίτερα σε εργώδεις επεμβάσεις ,στα γάντια παρα-τηρούνται μικρές τρύπες, για αυτό αυτά θα πρέπει να αντικαθίστανται η και να φοριούνται διπλά. Παράλληλα πρέπει να λαμβάνονται και προφυλάξεις τρυπήματος των γαντιών και τραυματισμού από θραύση γυάλινων δοχείων η από μεταλλικές ενδοπροσθέσεις.
Η συλλογή βιολογικών υγρών όπως της χολής ή πύου δεν πρέπει να γίνεται σε ανοικτά δοχεία ούτε γρήγορη εξώθηση τους από σύριγγα διότι μπορεί να εκτιναχθούν σταγονίδια και να μολύνουν τον εκτεθειμένο βλεννογόνο του προσωπικού. Για τη συλλογή κατάλληλο είναι ένα κλειστό κύκλωμα από πλαστικό σάκο και πλαστικούς σωλήνες. Για τον ίδιο λόγο σε περιπτώσεις όπου γίνεται έγχυση υγρών τα οποία αναμι-γνύονται με αίμα, όπως στη διάρκεια αγγειογραφίας , θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σύριγγες οι οποίες βιδώνουν στο άκρο του καθετήρα. Όσον αφορά την ηπατίτιδα Β η εισπνοή αίματος που έχει αεροποοιηθεί (aerosolized) δεν μεταδίδει τη λοίμωξη. Επίσης ο χώρος νοσηλείας θα πρέπει να διαθέτει συσκευή εμφύσησης αέρος, ώστε να μη χρειασθεί η εφαρμογή τεχνητής αναπνοής με τη τεχνική στόμα με στόμα, σε περίπτωση ανάνηψης.
Είναι σημαντικό ,σε περίπτωση τραυματισμού το τραύμα να πλένεται αμέσως ,αφού εξετασθεί αν υπήρξε έξοδος αίματος, η πλύση να γίνεται με νερό και σαπούνι επί 10 min, η χρήση αντιικών διαλυμάτων δεν συνιστάται. Αν η επαφή αφορά βλεννογόνο, χρησιμοποιείται μόνο νερό η φυσιολογικός ορός. Η περαιτέρω αντιμετώπιση εξαρτάται από το αν ο ασθενής είναι φορέας κάποιου από τα προαναφερθέντα νοσήματα, από την μεταδοτικότητα της νόσου και το είδος της επαφής. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί θα πρέπει να καθορίζεται υπεύθυνα από εξειδικευμένο προσωπικό αντιμετώπισης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.
Ειδικές προφυλάξεις και θεραπεία μετά την επαφή
Ο εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β αποτελεί μια αποτελεσματική και ακίνδυνη μέθοδο προφύλαξης για αυτό συνιστάται όχι μόνο για την προφύλαξη του νοσηλευτικού προσωπικού αλλά και άλλων ομάδων υψηλού κινδύνου. Σε κάθε τμήμα όπου υφίσταται κίνδυνος επαφής και λοίμωξης, οι νεοδιοριζόμενοι θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κίνδυνους και να υποβάλλονται αμέσως σε εμβολιασμό. Το 10-15% των εμβολιασθέντων που δεν αναπτύσσουν αντισώματα πρέπει να υποβάλλονται μια και δυο φορές σε επαναληπτικό εμβολιασμό διότι τελικά μέχρι και το 50% αυτών των ατόμων μπορεί να αναπτύξει αντισώματα. Το 90% των ατόμων που ανέπτυξε αντισώματα επί 9 χρόνια είναι ικανά, με επανάληψη του εμβολίου, να εμφανίζουν ταχέως αντισώματα και όπως έχει παρατηρηθεί δεν προσβάλλονται από τη νόσο. Δυστυχώς είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι εμβολιασθέντες να μη γνωρίζουν αν είχαν αναπτύξει αντισώματα για αυτό μετά από επαφή, τα άτομα αυτά ή αυτοί που δεν είχαν εμβολιασθεί ή δεν είχαν αναπτύξει αντισώματα ή είχαν στο προηγούμενο δίμηνο αντισώματα HΒsAg <10mlU/mL, υποβάλλονται σε εμβολιασμό και λαμβάνουν ανοσο-σφαιρίνη με αντισώματα κατά του ιού HBV. Ειδικά για τα άτομα που αποδεδειγμένα δεν αναπτύσσουν αντισώματα η ανοσοσφαιρίνη θα πρέπει να επαναχορηγείται ένα μήνα μετά, διότι ο μέσος χρόνος της ημίσειας ζωής της είναι 22 ημέρες. Στον όρο, η άνοδος των ανοσο-σοσφαιρινών είναι προοδευτική για αυτό η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται από το πρώτο 24ωρο μετά την επαφή. Κατά την προμήθεια της ανοσοσφαιρίνη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πόση είναι η ποσότητα των ανοσοσφαιρινών και οι συνθήκες αποθήκευσης.
Η εμφάνιση αντισωμάτων HBsΑg καθίσταται ανιχνεύσιμη μετά από 1-6 μήνες ,αν έγινε μόνο εμβολιασμός και μετά από 4-6 μήνες αν έχει χορηγηθεί ανοσοσφαιρίνη. Εφ΄ όσον ακολουθηθούν οι οδηγίες η εμφάνιση λοίμωξης είναι ελάχιστα πιθανή όπως και ο κίνδυνος μετάδοσης της στο οικογενειακό περιβάλλον και στην ερωτική σύντροφο. Με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει φαρμακευτικό η βιολογικό σκεύασμα που να προφυλάσσει από την ηπατίτιδα C. Αυτοί που ήρθαν σ΄ επαφή με τον ιό θα πρέπει να παρακολουθούνται σε διάστημα 9 μηνών για τυχόν εμφάνιση της λοίμωξης, στη συνέχεια πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία διότι αν εμφανισθεί χρόνια ηπατίτιδα ενδείκνυται η χορήγηση ιντερφερόνης Α. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η νόσος δεν μεταδίδεται εύκολα στο οικογενειακό περιβάλλον και ο κίνδυνος από σεξουαλική επαφή είναι περιορισμένος. Ειδικά για το ΣΕΑ , όταν υπάρξει υποψία ότι επήλθε επαφή με τον ιό ΗΙV, ενδείκνυται η άμεση χορήγηση ziduvidine μέσα σε 1-2 ώρες εκτός αν ο ιός είχε αναπτύξει αντοχή σ΄αυτήν , οπότε χορηγούνται άλλα αντιικά φάρμακα. Η αγωγή αυτή μπορεί να διακοπεί αργότερα, αν υπάρξουν ακριβείς καθησυχαστικές πληροφορίες για την κατάσταση του ασθενούς που προκάλεσε τη μόλυνση. Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα αυτής της αγωγής και τις πιθανές παρενέργειες. Η παρακολούθηση εμφάνισης της λοίμωξης θα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 6 μήνες αν και οι ορολογικές αντιδράσεις, σε ασθενείς που νόσησαν μετά από παρόμοια ατυχήματα παρά τη χορήγηση ziduvidine, έγιναν θετικές μέσα σε διάστημα 3 μηνών ή δε νόσος εκδηλώθηκε με συμπτώματα σε 6 εβδομάδες.
Στον ασθενή και τους συγγενείς , κατά το χρόνο της πιθανής επώασης της νόσου, δημιουργούνται σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, για αυτό θα πρέπει να παρέχεται στα άτομα αυτά ψυχολογική υποστήριξη, στηριζόμενη στην υπενθύμιση πως παρά την επαφή ,το ποσοστό λοίμωξης είναι ιδιαίτερα χαμηλό.
Πηγή
Οι γιατροί και προϊστάμενοι των τμημάτων , όπου αντιμετωπίζονται ασθενείς μ΄ αυτά τα νοσήματα, έχουν την υποχρέωση να γνωρίζουν την επιδημιολογία αυτών των νοσημάτων και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους ίδιους και το προσωπικό. Είναι σημαντική η παροχή συμβουλών προφύλαξης από εξειδικευμένο προσωπικό στο προσωπικό που εργάζεται σε χώρους όπου γίνονται μεγάλες η μικρές επεμβάσεις ή εξετάζονται βιολογικά υγρά καθώς και η ενημέρωση για τον τρόπο πρόληψης της νόσου μετά από επαφή με τους αντίστοιχους παθογόνους ιούς.
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η ηπατίτιδα Β αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τη χώρα μας ενώ για τους υγειονομικούς αποτελεί την πιο συχνά αιματογενώς μεταδιδόμενη λοίμωξη. Η μεγάλη εξάπλωσή της οφείλεται , αφ΄ενός μεν στο ότι ο ιός HBV είναι διαδεδομένος σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και αφ΄ετέρου στο ότι είναι σε μεγάλο βαθμό λοιμογόνος. Το ιικό φορτίο στο αίμα των ασθενών με ηπατίτιδα Β, έχει δεκαπλάσια ποσότητα ιών από αυτή των ασθενών με ΣΕΑ, ενώ ο ιός επιζεί στο αποξηραμένο αίμα επί μια εβδομάδα. Η νόσος μεταδίδεται με το αίμα, σεξουαλικά και δια της πλακούντειας κυκλοφορίας. Άτομα που κινδυνεύουν περισσότερο να μολυνθούν και να αναπτύξουν ηπατίτιδα είναι οι ασθενείς που λαμβάνουν παράγωγα αίματος, οι χρήστες ενδοφλεβίως χορηγούμενων εξαρτησιογόνων ουσιών, οι ενεργείς ομοφυλόφιλοι άνδρες, οι απασχολούμενοι σε υπηρεσίες υγείας και οι ασθενείς ιδρυμάτων ατόμων με αναπηρίες. Από εκείνους που τραυματίζονται με μολυσμένο όργανο ,αναπτύσσει λοίμωξη , ανάλογα με τη λοιμογόνο ικανότητα του ιού το 12-30% ,οι περισσότεροι θεραπεύονται ενώ το 25-10% από αυτούς αναπτύσσει χρόνια ηπατίτιδα. Από τους ασθενείς που αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα περίπου οι μισοί εμφανίζουν ενεργό αναδιπλασιασμό του ιού ,από τους τελευταίους το 20% θα αναπτύξει κίρρωση σε 5 έτη. Η χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας Β αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κίνδυνου για την ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου.
Η ηπατίτιδα C (ιός ΗCV ) μεταδίδεται στο γενικό πληθυσμό κυρίως από μεταγγίσεις μολυσμένου αίματος ή των παραγώγων του κάτι που γίνονταν πολύ συχνά πριν από το 1989, όταν δεν ήταν γνωστός ο ιός ΗCV καθώς και από χρήση ενδοφλεβίως χορηγούμενων εξαρτησιογόνων ουσιών. Από αναφορές ατόμων του νοσηλευτικού προσωπικού που ήρθαν σε διαδερμική επαφή με μολυσμένο αίμα διαπιστώθηκε ότι νόσησε το 6-10%. Η λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C έχει το χαρακτηριστικό ότι προκαλεί χρόνια ηπατίτιδα πολύ συχνότερα (70%) από ότι η ο ιός της ηπατίτιδας Β, ενώ η κίρρωση παρατηρείται συχνότερα. Ο κίνδυνος λοίμωξης από τον ιό ΗCV είναι μεγαλύτερος διότι δεν υπάρχει εμβόλιο ούτε σκεύασμα ειδικής ανοσοσφαιρίνης.
Η μελέτη μιας ομάδας 52 ατόμων του νοσηλευτικού προσωπικού που μολύνθηκε και ανέπτυξε ΣΕΑ , έδειξε ότι στο 90% των περιπτώσεων το υλικό που μετέδωσε τον ιό ήταν αίμα και η μετάδοση ,στο 88% των περιπτώσεων, έγινε μετά από τραυματισμό με αιχμηρό μολυσμένο αντικείμενο. Στους υπόλοιπους η λοίμωξη μεταδόθηκε από επαφή μολυσμένων βιολογικών υγρών με το βλεννογόνο ή το δέρμα. Ευτυχώς η μετάδοση του ιού ΗΙV μ΄ αυτόν τον τρόπο δεν είναι εύκολη, δεδομένου ότι μόνο το 0,3% των ατόμων που τραυματίζονται νοσούν, ενώ μετά από επαφή στους βλεννογόνους το αντίστοιχο ποσοστό είναι 0,2% και για την επαφή στο άθικτο δέρμα <0,1%. Ο κίνδυνος λοίμωξης είναι μεγαλύτερος, όταν η επαφή είναι παρατεταμένη , το τραύμα μεγάλο και όταν το υγρό έχει μεγάλo ιικό φορτίο, κάτι που συμβαίνει στο αίμα των ασθενών με ΣΕΑ που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της νόσου.
Προφυλάξεις για το υγειονομικό προσωπικό
Δεδομένου ότι η συχνότερη αιτία μετάδοσης του ιού είναι ο τραυματισμός με βελόνα ή νυστέρι η κύρια προσπάθεια εστιάζεται στην πρόληψη αυτών των ατυχημάτων. Έτσι απαγορεύεται η κάλυψη των χρησιμοποιημένων βελονών με το κάλυμμά τους, διότι αυτή η κίνηση αποτελεί συχνή αιτία αυτοτραυματισμού .Τα αιχμηρά μολυσμένα εργαλεία πρέπει να τοποθετούνται σε ειδικό δοχείο, ποτέ επάνω στον ασθενή ή σε περιοχές που μπορεί να καλυφθούν με μαλακά υλικά όπως γάζες ή χαρτί. Aν ένα μολυσμένο αιχμηρό εργαλείο, όπως είναι το νυστέρι πρέπει να επαναχρησιμοποιηθεί ,αυτό τοποθετείται σε εδικό δοχείο, σε απόσταση από άλλα αντικείμενα ή καρφώνεται σε αποστειρωμένο σπόγγο για να είναι εύκολη η σύλληψη του. Η μη χρήση εργαλείων ευθύνεται για τραυματισμούς στη διάρκεια ραφής. Η ραφή πρέπει να γίνεται με βελονοκάτοχο και κατά το δέσιμο του κόμβου η μύτη της βελόνας συλλαμβάνεται από το βελονοκάτοχο. Τα αιχμηρά αντικείμενα τα παίρνει από το δίσκο εργαλείων, τα χρησιμοποιεί και τα επανατο-ποθετεί σε ασφαλές σημείο κατά προτίμηση το ίδιο άτομο ενώ η παράδοση τέτοιων εργαλείων από χέρι σε χέρι πρέπει να αποφεύγεται. Στην αποφυγή παρομοίων ατυχημάτων συμβάλλει και η συνεχής επικοινωνία των εργαζόμενων με σαφείς οδηγίες η προειδοποιήσεις στην διάρκεια της επέμβασης. Η απόρριψη των αιχμηρών εργαλείων πρέπει να γίνεται σε στέρεα δοχεία ενώ τα βιολογικά υγρά σε κλειστές πλαστικές σακούλες.
Τα πλαστικά γάντια πρέπει να φοριούνται σε κάθε περίπτωση που χρησιμοποιείται αιχμηρό εργαλείο όχι μόνο για να προστατεύουν από την επαφή σε θέσεις όπου υπάρχει λύση της συνέχειας του δέρματος αλλά και για να μειωθεί ο αριθμός των ιών που θα μολύνουν αν το αιχμηρό όργανο διαπεράσει το γάντι και τραυματίσει. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι ιδιαίτερα σε εργώδεις επεμβάσεις ,στα γάντια παρα-τηρούνται μικρές τρύπες, για αυτό αυτά θα πρέπει να αντικαθίστανται η και να φοριούνται διπλά. Παράλληλα πρέπει να λαμβάνονται και προφυλάξεις τρυπήματος των γαντιών και τραυματισμού από θραύση γυάλινων δοχείων η από μεταλλικές ενδοπροσθέσεις.
Η συλλογή βιολογικών υγρών όπως της χολής ή πύου δεν πρέπει να γίνεται σε ανοικτά δοχεία ούτε γρήγορη εξώθηση τους από σύριγγα διότι μπορεί να εκτιναχθούν σταγονίδια και να μολύνουν τον εκτεθειμένο βλεννογόνο του προσωπικού. Για τη συλλογή κατάλληλο είναι ένα κλειστό κύκλωμα από πλαστικό σάκο και πλαστικούς σωλήνες. Για τον ίδιο λόγο σε περιπτώσεις όπου γίνεται έγχυση υγρών τα οποία αναμι-γνύονται με αίμα, όπως στη διάρκεια αγγειογραφίας , θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σύριγγες οι οποίες βιδώνουν στο άκρο του καθετήρα. Όσον αφορά την ηπατίτιδα Β η εισπνοή αίματος που έχει αεροποοιηθεί (aerosolized) δεν μεταδίδει τη λοίμωξη. Επίσης ο χώρος νοσηλείας θα πρέπει να διαθέτει συσκευή εμφύσησης αέρος, ώστε να μη χρειασθεί η εφαρμογή τεχνητής αναπνοής με τη τεχνική στόμα με στόμα, σε περίπτωση ανάνηψης.
Είναι σημαντικό ,σε περίπτωση τραυματισμού το τραύμα να πλένεται αμέσως ,αφού εξετασθεί αν υπήρξε έξοδος αίματος, η πλύση να γίνεται με νερό και σαπούνι επί 10 min, η χρήση αντιικών διαλυμάτων δεν συνιστάται. Αν η επαφή αφορά βλεννογόνο, χρησιμοποιείται μόνο νερό η φυσιολογικός ορός. Η περαιτέρω αντιμετώπιση εξαρτάται από το αν ο ασθενής είναι φορέας κάποιου από τα προαναφερθέντα νοσήματα, από την μεταδοτικότητα της νόσου και το είδος της επαφής. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί θα πρέπει να καθορίζεται υπεύθυνα από εξειδικευμένο προσωπικό αντιμετώπισης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.
Ειδικές προφυλάξεις και θεραπεία μετά την επαφή
Ο εμβολιασμός κατά της ηπατίτιδας Β αποτελεί μια αποτελεσματική και ακίνδυνη μέθοδο προφύλαξης για αυτό συνιστάται όχι μόνο για την προφύλαξη του νοσηλευτικού προσωπικού αλλά και άλλων ομάδων υψηλού κινδύνου. Σε κάθε τμήμα όπου υφίσταται κίνδυνος επαφής και λοίμωξης, οι νεοδιοριζόμενοι θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κίνδυνους και να υποβάλλονται αμέσως σε εμβολιασμό. Το 10-15% των εμβολιασθέντων που δεν αναπτύσσουν αντισώματα πρέπει να υποβάλλονται μια και δυο φορές σε επαναληπτικό εμβολιασμό διότι τελικά μέχρι και το 50% αυτών των ατόμων μπορεί να αναπτύξει αντισώματα. Το 90% των ατόμων που ανέπτυξε αντισώματα επί 9 χρόνια είναι ικανά, με επανάληψη του εμβολίου, να εμφανίζουν ταχέως αντισώματα και όπως έχει παρατηρηθεί δεν προσβάλλονται από τη νόσο. Δυστυχώς είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι εμβολιασθέντες να μη γνωρίζουν αν είχαν αναπτύξει αντισώματα για αυτό μετά από επαφή, τα άτομα αυτά ή αυτοί που δεν είχαν εμβολιασθεί ή δεν είχαν αναπτύξει αντισώματα ή είχαν στο προηγούμενο δίμηνο αντισώματα HΒsAg <10mlU/mL, υποβάλλονται σε εμβολιασμό και λαμβάνουν ανοσο-σφαιρίνη με αντισώματα κατά του ιού HBV. Ειδικά για τα άτομα που αποδεδειγμένα δεν αναπτύσσουν αντισώματα η ανοσοσφαιρίνη θα πρέπει να επαναχορηγείται ένα μήνα μετά, διότι ο μέσος χρόνος της ημίσειας ζωής της είναι 22 ημέρες. Στον όρο, η άνοδος των ανοσο-σοσφαιρινών είναι προοδευτική για αυτό η χορήγηση θα πρέπει να γίνεται από το πρώτο 24ωρο μετά την επαφή. Κατά την προμήθεια της ανοσοσφαιρίνη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πόση είναι η ποσότητα των ανοσοσφαιρινών και οι συνθήκες αποθήκευσης.
Η εμφάνιση αντισωμάτων HBsΑg καθίσταται ανιχνεύσιμη μετά από 1-6 μήνες ,αν έγινε μόνο εμβολιασμός και μετά από 4-6 μήνες αν έχει χορηγηθεί ανοσοσφαιρίνη. Εφ΄ όσον ακολουθηθούν οι οδηγίες η εμφάνιση λοίμωξης είναι ελάχιστα πιθανή όπως και ο κίνδυνος μετάδοσης της στο οικογενειακό περιβάλλον και στην ερωτική σύντροφο. Με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει φαρμακευτικό η βιολογικό σκεύασμα που να προφυλάσσει από την ηπατίτιδα C. Αυτοί που ήρθαν σ΄ επαφή με τον ιό θα πρέπει να παρακολουθούνται σε διάστημα 9 μηνών για τυχόν εμφάνιση της λοίμωξης, στη συνέχεια πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία διότι αν εμφανισθεί χρόνια ηπατίτιδα ενδείκνυται η χορήγηση ιντερφερόνης Α. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η νόσος δεν μεταδίδεται εύκολα στο οικογενειακό περιβάλλον και ο κίνδυνος από σεξουαλική επαφή είναι περιορισμένος. Ειδικά για το ΣΕΑ , όταν υπάρξει υποψία ότι επήλθε επαφή με τον ιό ΗΙV, ενδείκνυται η άμεση χορήγηση ziduvidine μέσα σε 1-2 ώρες εκτός αν ο ιός είχε αναπτύξει αντοχή σ΄αυτήν , οπότε χορηγούνται άλλα αντιικά φάρμακα. Η αγωγή αυτή μπορεί να διακοπεί αργότερα, αν υπάρξουν ακριβείς καθησυχαστικές πληροφορίες για την κατάσταση του ασθενούς που προκάλεσε τη μόλυνση. Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα αυτής της αγωγής και τις πιθανές παρενέργειες. Η παρακολούθηση εμφάνισης της λοίμωξης θα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 6 μήνες αν και οι ορολογικές αντιδράσεις, σε ασθενείς που νόσησαν μετά από παρόμοια ατυχήματα παρά τη χορήγηση ziduvidine, έγιναν θετικές μέσα σε διάστημα 3 μηνών ή δε νόσος εκδηλώθηκε με συμπτώματα σε 6 εβδομάδες.
Στον ασθενή και τους συγγενείς , κατά το χρόνο της πιθανής επώασης της νόσου, δημιουργούνται σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, για αυτό θα πρέπει να παρέχεται στα άτομα αυτά ψυχολογική υποστήριξη, στηριζόμενη στην υπενθύμιση πως παρά την επαφή ,το ποσοστό λοίμωξης είναι ιδιαίτερα χαμηλό.
Πηγή
Δευτέρα 4 Απριλίου 2011
Ακτινολογική μελέτη λεπτού εντέρου με εντερόκλυση
Η εντερόκλυση επιτρέπει την ομοιόμορφη σκιαγράφηση ολοκλήρου του λεπτού εντέρου και τη λήψη πανοραμικών ακτινογραφιών. Είναι η πλέον ενδεδειγμένη ακτινολογική μέθοδος για τη διάγνωση παθήσεων του λεπτού εντέρου, όπως η νόσος του Crohn, οι φλεγμονές, οι στενώσεις, οι πολύποδες, το καρκινοειδές και οι κακοήθεις όγκους του λεπτού εντέρου, καθώς και το σύνδρομο Peutz – Jeghers.
Η εντερόκλυση αντενδείκνυται σε περιπτώσεις διατρήσεως του εντέρου, σε πλήρη απόφραξη του παχέος εντέρου και σε εγκυμοσύνη.
Την προηγουμένη ημέρα ο ασθενής λαμβάνει ένα ήπιο καθαρτικό και παραμένει νήστις μέχρι την ώρα της εξετάσεως. Η εξέταση αρχίζει με τη μελέτη της απλής ακτινογραφίας της κοιλίας, η οποία θα αποκλείσει την περίπτωση αποφράξεως του λεπτού εντέρου. Ακολούθως λαμβάνεται δεύτερη ακτινογραφία κοιλίας σε όρθια θέση, που πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τα ημιδιαφράγματα, ώστε να απεικονισθεί η τυχόν ύπαρξη αέρος υποδιαφραγματικά, σε περίπτωση διατρήσεως.
Μετά από τοπική αναισθησία, τοποθετείται δια της ρινός ή του στοματοφάρυγγος, ο ειδικός καθετήρας Bilbao – Dotter. Με κατάλληλες κινήσεις ο καθετήρας προωθείται μέχρι την αγκύλη του δωδεκαδακτύλου, αντιστοίχως προς την αγκύλη του Τreitz.
Στη συνέχεια χορηγούμε θειϊκό βάριο, περίπου 200 c.c., ακολουθεί χορήγηση αέρος ή ύδατος, σε μια προσπάθεια να προωθηθεί η σκιογόνος ουσία, χωρίς να κατατμηθεί, στα τμήματα της νήστιδος και ακολούθως του ειλεού. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ικανοποιητική διάταση των εντερικών ελίκων και επάλειψη όλων των τμημάτων του λεπτού εντέρου με τη σκιογόνο ουσία. Η εξέταση τελειώνει με τη σκιαγράφηση του τελικού ειλεού και την είσοδο της σκιογόνου ουσίας στο παχύ έντερο.
Σε όλη τη διάρκεια της εξετάσεως λαμβάνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα ακτινογραφίες, πολλές φορές και σκοπευτικές, για τη σωστή απεικόνιση όλων των εντερικών τμημάτων και την ανάδειξη τυχόν παθολογικών βλαβών, ώστε να διευκολυνθεί η μετέπειτα ακτινολογική μελέτη. Κριτήριο ορθής εξετάσεως είναι η απεικόνιση όλων των εντερικών ελίκων με ιδιαίτερη προσοχή στην τελευταία έλικα του ειλεού, δηλαδή τον τελικό ειλεό και την ειλεοτυφλική βαλβίδα.
Ακτινολογικά ευρήματα
Σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, όπως στη νόσο του Crohn, αναδεικνύονται εξελκώσεις του βλεννογόνου που λαμβάνουν τη μορφή πλακόστρωτου (Cobble Stone), ή στενώσεις συνεπεία ινωδών εξεργασιών και πιθανά συρίγγια. Η νόσος του Crohn χαρακτηριστικά εντοπίζεται στον τελικό ειλεό, όμως είναι δυνατόν να εντοπίζεται και σε άλλα τμήματα του πεπτικού συστήματος. Σκοπός της ακτινολογικής εξετάσεως του λεπτού εντέρου είναι η ανάδειξη και επιβεβαίωση της κλινική διαγνώσεως, η οποία έχει τεθεί με βάση τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα, η ανάδειξη της εκτάσεως του προβλήματος και οι ενδεχόμενες επιπλοκές (στενώσεις και συρίγγια).
Φλεγμονές του εντέρου, όπως αυτές που οφείλονται σε φυματίωση ή Yersinia, είναι πολύ δύσκολο ακτινολογικά να διαφοροδιαγνωστούν από τη νόσο του Crohn.
Οι πρωτοπαθείς όγκοι του λεπτού εντέρου είναι σπάνιοι. Συνήθως πρόκειται για μεταστάσεις, οι οποίες εκ των έξω διηθούν το τοίχωμα του λεπτού εντέρου ή για λεμφώματα, που διαγιγνώσκονται ευκολότερα με την αξονική τομογραφία κοιλίας.
Σημαντική ένδειξη εντεροκλύσεως αποτελεί η έρευνα για ύπαρξη καλοήθων όγκων του λεπτού εντέρου (πολύποδες) και του καρκινοειδούς. Οι όγκοι αυτοί είναι συνήθως πολύ μικροί και δύσκολα μπορούν να απεικονισθούν και να διαγνωσθούν.
Σε περίπτωση κοιλιοκάκης η ακτινολογική διάγνωση είναι δύσκολη και επισφαλής. Τα εκκολπώματα του λεπτού εντέρου εντοπίζονται κυρίως στις ανώτερες μοίρες της νήστιδος και είναι σχετικώς εύκολο να απεικονισθούν μετην εντερόκλυση.
Το εκκόλπωμα του Meckel εντοπίζεται στον ειλεό σε απόσταση 30 έως 90 εκ. από την ειλεοτυφλική βαλβίδα και είναι δύσκολο να απεικονισθεί και να διαγνωσθεί. Με την εντερόκλυση του λεπτού εντέρου είναι δυνατόν να μελετηθεί προσεκτικά η ακτινομορφολογία του βλεννογόνου, των πτυχώσεων του λεπτού εντέρου και η ανάδειξη παθολογικών ακτινομορφολογικών εικόνων, ώστε ο ακτινοδιαγνώστης να μπορέσει να βοηθήσει σε σημαντικό βαθμό το θεράποντα ιατρό και τον ασθενή, για να τεθεί η σωστή διάγνωση και η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.
Γράφουν οι : Ιωάννης Τσουτσάνης, Ακτινολόγος
Σωκράτης Γαβριηλίδης, Ακτινολόγος, Ακτινοδιαγνωστικό Τμήμα ΥΓΕΙΑ
Σωκράτης Γαβριηλίδης, Ακτινολόγος, Ακτινοδιαγνωστικό Τμήμα ΥΓΕΙΑ










.jpg)