Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Μέτρηση οστικής πυκνότητας




Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DEXA (διπλοενεργειακή απορροφησιομετρία ακτινών Χ) αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για την εκτίμηση του κινδύνου κατάγματος των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Ο αυχένας του μηριαίου, η σπονδυλική στήλη και η κερκίδα αποτελούν τις περιοχές στις οποίες συνήθως γίνεται η εκτίμηση.

Σε γυναίκες που βρίσκονται μετά την εμμηνόπαυση και στις οποίες δεν υπάρχει ένδειξη για έναρξη θεραπείας η μέτρηση πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε δύο χρόνια ενώ σε όσες λαμβάνουν αγωγή η μέτρηση θα πρέπει να γίνεται κάθε χρόνο για λόγους συμμόρφωσης.
’λλες εξετάσεις που γίνονται σήμερα, οι οποίες όμως παρουσιάζουν μειονεκτήματα έναντι της μεθόδου DEXA,  είναι:
• Οστική υπερηχομετρία: είναι λιγότερο επαρκής μέθοδος της οστικής πυκνομετρίας. Εφαρμόζεται στην πτέρνα σε γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών και προβλέπει τον κίνδυνο κατάγματος. Δεν συνίσταται στη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων καθώς και στη διαχρονική παρακολούθηση ατόμων υπό ή χωρίς αγωγή.

• Ποσοτική αξονική τομογραφία: η χρήση της περιορίζεται λόγω της ακτινοβολίας και του υψηλού κόστους.

• Περιφερική ποσοτική αξονική τομογραφία: η ευαισθησία της να διακρίνει άτομα με οστεοπόρωση είναι παρόμοια με εκείνη της μεθόδου DEXA.
• Βιοχημικοί Δείκτες Οστικής Εναλλαγής (ΒΔΟΕ): οι ΒΔΟΕ είναι πεπτίδια που παράγονται από τους οστεοβλάστες ή προέρχονται από τον μεταβολισμό του κολλαγόνου τύπου Ι. Ο προσδιορισμός τους ενδεχομένως να είναι χρήσιμος για την αναγνώριση γυναικών ηλικίας άνω των 65 που έχουν υψηλό κίνδυνο για κάταγμα. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία για γυναίκες μικρότερης ηλικίας και για άνδρες ενώ δεν έχει ακόμη καθοριστεί ακόμη η τιμή των ΒΔΟΕ πάνω από την οποία αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος για κάταγμα σε έναν ασθενή.
Πηγή

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου