Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Σχέση χρόνου από την τελευταία γέννα , ηλικία κατά την πρώτη τεκνοποίηση και μητρότητας με την επιβίωση από καρκίνο του μαστού


Αναπαραγωγικοί παράγοντες, οι οποίοι έχουν μια καλά τεκμηριωμένη επίδραση στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, μπορεί επίσης να επηρεάσουν την πρόγνωση της νόσου, όμως, παλαιότερες μελέτες για την επιβίωση του καρκίνου του μαστού είχαν καταλήξει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Στην παρούσα μελέτη από τη Νορβηγία συνδυάστηκαν τα δεδομένα από δύο πληθυσμιακά αρχεία και  συλλέχθηκαν πληροφορίες σχετικά με 16.970 γυναίκες που είχαν τεκνοποιήσει και εμφάνισαν διηθητικό καρκίνο του μαστού.
Οι αναλύσεις στρωματοποιήθηκαν ανάλογα με την ηλικία κατά τη διάγνωση (<50 και ≥ 50 ετών) ως μια προσέγγιση για την ηλικία της εμμηνόπαυσης.
Σε γυναίκες που έχουν διαγνωσθεί πριν από την ηλικία των 50 ετών, τα ποσοστά επιβίωσης από καρκίνο του μαστού μειώθηκαν όσο νεώτερη ήταν η ηλικία κατά τη διάγνωση (p <0,001), ενώ στις γυναίκες που διαγνώστηκαν σε ηλικία 50 ετών ή μεγαλύτερη, η επιβίωση μειώθηκε με τη μεγαλύτερη ηλικία κατά τη διάγνωση (p 0,011).
Για τον καρκίνο του μαστού πριν από την ηλικία των 50 ετών, η επιβίωση ήταν φτωχότερη σε γυναίκες με τέσσερις ή περισσότερες γεννήσεις σε σύγκριση με τις γυναίκες με μία ή δύο γεννήσεις (HR 1,3, 95% CI: 1.1-1.6). Ένα σύντομο χρονικό διάστημα από την τελευταία γέννηση συσχετίστηκε με μειωμένη επιβίωση (p 0,05), αλλά προσαρμόζοντας τα δεδομένα στο στάδιο της νόσου και το βαθμό κακοήθειας, η συσχέτιση εξασθένησε. Μεταξύ των γυναικών που διαγιγνώσκονται σε ηλικία 50 ετών ή μεγαλύτερη δεν βρέθηκε καμία συσχέτιση κάποιων από τους αναπαραγωγικούς παράγοντες με την επιβίωση.
Συμπερασματικά, οι αναπαραγωγικοί παράγοντες σχετίζονται με την επιβίωση από τον καρκίνο του μαστού σε γυναίκες νεώτερες των 50 ετών και όχι στις μεγαλύτερες.
Παράπλευρη διαπίστωση ήταν ότι οι νέες σε ηλικία ασθενείς είχαν ιδιαίτερα κακή πρόγνωση καθ 'όλη τη διάρκεια της μελέτης.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Σοβαρή επιπλοκή της κύησης εντοπίζεται με μαγνητική τομογραφία


pregnant-examined-by-doctor
Ο έλεγχος με μαγνητική τομογραφία είναι πολύ αποτελεσματικός στον εντοπισμό της απειλητικής για τη ζωή της εγκύου επιπλοκής της κύησης που ονομάζεται στιφρός πλακούντας, σύμφωνα με τα ευρήματα μιας μελέτης που παρουσιάσθηκε στο συνέδριο της Ακτινολογικής Εταιρείας Βορείου Αμερικής.
Ο όρος στιφρός πλακούντας (placenta accreta) χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ανώμαλη πρόσφυση του πλακούντα στο μυομήτριο της εγκύου και είναι μια επιπλοκή που μπορεί κατά τη διάρκεια του τοκετού να θέσει τη γυναίκα σε κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας.
«Λόγω της αύξησης των καισαρικών τομών και άλλων χειρουργικών επεμβάσεων που αφήνουν ουλές στο τοίχωμα της μήτρας, αλλά και του αριθμού γυναικών που τεκνοποιούν σε μεγαλύτερη ηλικία, η επίπτωση του στιφρού πλακούντα έχει αυξηθεί δραματικά κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας», επισημαίνει η κύρια ερευνήτρια της μελέτης Dr. Reena Malhotra, ακτινολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο.
Αν και ο προγεννητικός έλεγχος ρουτίνας συχνά εντοπίζει το στιφρό πλακούντα, δεν οδηγεί πάντα σε οριστική διάγνωση όλων των περιστατικών, αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Η Dr. Malhotra και οι συνάδελφοί της συνέκριναν τα ευρήματα των μαγνητικών τομογραφιών και τα χειρουργικά και/ή παθολογικά αποτελέσματα 71 γυναικών που είχαν υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία μετά από ένα προγεννητικό υπερηχογράφημα ή μια κλινική εξέταση που έθεταν υποψία στιφρού πλακούντα ή επειδή είχαν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για την εν λόγω επιπλοκή.
Τα αποτελέσματα της σύγκρισης έδειξαν ότι η μαγνητική τομογραφία είχε 90,1% ακρίβεια στην ανίχνευση της παρουσίας στιφρού πλακούντα.
«Η μελέτη μας δείχνει ότι η μαγνητική τομογραφία αποτελεί μια εξαιρετικά χρήσιμη προσθήκη στον υπερηχογραφικό έλεγχο της εγκύου για τον εντοπισμό της απειλητικής για τη ζωή της γυναίκας αυτής επιπλοκής», καταλήγουν οι ερευνητές.
Πηγή

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η απώτερη τοξικότητα του πνεύμονα εξαιτίας της ΑΚΘ στο μαστό



Γράφει η ΜΗΛΙΑΔΟΥ ΑΝΘΗ.
Σύμφωνα με μία νέα μελέτη, η ακτινοθεραπεία σε ολόκληρο το μαστό για τον πρώιμο καρκίνο του μαστού δεν αυξάνει την απώτερη τοξικότητα του πνεύμονος σε σύγκριση με την ΑΚΘ μετά από μαστεκτομή. Ταυτόχρονα στη συγκεκριμένη μελέτη φάνηκε ότι όταν μία ασθενής εμφανίσει οξεία ακτινική πνευμονίτιδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν είναι σε αυξημένο κίνδυνο για επιπλοκές από τον πνεύμονα μετά από 25 χρόνια. Η οξεία πνευμονίτιδα δεν προδιαθέτει στην ανάπτυξη απώτερης ίνωσης.
Τα στοιχεία από αυτή τη μελέτη προέρχονται από τη χρονική περίοδο κατά την οποία η συντηρητική θεραπεία του μαστού (ογκεκτομή + ακτινοθεραπεία) ήταν αμφισβητούμενη θεραπευτική προσέγγιση.
Στη συγκεκριμένη μελέτη συμμετείχαν 247 ασθενείς με καρκίνο του μαστού σταδίου Ι και ΙΙ. Τυχαιοποιήθηκαν μεταξύ τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής ή συντηρητικής θεραπείας (45 έως 48.6 Gy σε ολόκληρο το μαστό, 15 έως 20 Gy boost-επιπρόσθετη δόση στην κοίτη του όγκου). Οι θεραπείες χορηγήθηκαν από το 1979 έως το 1987, στο National Cancer Institute (NCI), BethesdaMaryland.
Μετά από 25 χρόνια, 102 ασθενείς ήταν ακόμη εν ζωή και 61 ασθενείς από αυτές συμμετείχαν σε μία νέα μελέτη. Όλες αυτές οι ασθενείς που στη δεύτερη μελέτη ήταν πλέον προχωρημένης ηλικίας μελετήθηκαν για δύο συνεχόμενες μέρες με απεικονιστικές εξετάσεις και έλεγχο της πνευμονικής λειτουργίας με διάφορα τεστ. Συγκρίνοντας τις δύο αρχικές θεραπευτικές προσεγγίσεις δεν φάνηκε κάποια διαφορά ούτε στα απεικονιστικά ευρήματα της πνευμονικής ίνωσης ούτε στη συμπτωματολογία του πνεύμονα. Άρα έχουν ισοδύναμη πνευμονική τοξικότητα.
Ένα χρόνο μετά τη θεραπεία, η συμπτωματική πνευμονίτιδα ήταν υψηλότερη με τη συντηρητική θεραπεία (n=31) σε σύγκριση με τη μαστεκτομή (n=30) (16.7% έναντι 0%, P =0.02). Παρόλ’αυτά, 25 χρόνια αργότερα, οι ασθενείς με πνευμονίτιδα δεν είχαν αυξημένη πιθανότητα να εκδηλώσουν απώτερη ίνωση ή ανωμαλίες στη λειτουργικότητα του πνεύμονα.
Είναι γνωστό ότι η πνευμονίτιδα και η ίνωση αναπτύσσεται όταν ακτινοβολείται ο δεξιός μαστός ενώ η στεφανιαία νόσος αναπτύσσεται όταν ακτινοβολείται ο αριστερός μαστός.
Γενικώς 25 χρόνια μετά, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή είχαν πλεονέκτημα στην επιβίωση. Πρέπει να διερευνηθεί εάν αυτό οφείλεται στη πνευμονική και καρδιακή τοξικότητα που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία του μαστού.
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη της ίνωσης, με βάση την απεικόνιση και τη μελέτη των λειτουργικών δοκιμασιών του πνεύμονα, δεν συσχετίστηκαν με την ηλικία του ασθενούς, τη χορήγηση χημειοθεραπείας (οι ασθενείς με διηθημένους λεμφαδένες έλαβαν χημειοθεραπεία κατά την αρχική διάγνωση της νόσου), τη θέση της πρωτοπαθούς εξεργασίας (αριστερά ή δεξιά), την ανάπτυξη ομόπλευρης υποτροπής ή ετερόπλευρου καρκίνου, το ιστορικό καπνίσματος, άσθματος ή διάμεσης νόσου του πνεύμονα (P >0.05 για όλους τους παράγοντες). 
Παρουσιάστηκε στο American Society for Radiation Oncology (ASTRO), 53rd Annual Meeting, Miami BeachFlorida

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Ακτινοβολία και παιδιά


Ακτινοφυσικός Ιατρικής Ph.D., M.Sc.
Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, Τμήμα Ακτινοθεραπείας


Ακτινοβολία είναι μια μορφή ενέργειας ( μηχανική, κινητική, πυρηνική, κλπ), η οποία εκπέμπεται από κάποια πηγή και διαδίδεται στο χώρο με πολύ μεγάλη ταχύτητα (πρακτικά την ταχύτητα του φωτός). Ο άνθρωπος εκτίθεται συνεχώς σε ακτινοβολία τόσο από το φυσικό του περιβάλλον όσο και από τεχνητές πηγές. Η ακτινοβολία αυτή επιδρά πάνω του κατά τρόπο πολύπλοκο, άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε βλαπτικά, ανάλογα με το είδος της, την έντασή της και την ενέργεια που μεταφέρει.
Η αξία της για τα παιδιά είναι ζωτικής σημασίας, αφού χωρίς αυτήν, ως πηγή ορατού φωτός, δε θα ήταν εφικτός ο μεταβολισμός της βιταμίνης D, που τόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει στην ανάπτυξή τους.


Όμως είναι όλες οι ακτινοβολίες ίδιες;


Οι ακτινοβολίες ανάλογα με τη συχνότητά τους διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Α) Σε ιοντίζουσεςακτινοβολίες και Β) σε μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, που αποτελούν τις δύο συνιστώσες του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος (εικόνα 1). Οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες κατά την αλληλεπίδρασή τους με την ύλη μετατρέπουν τα άτομα των στοιχείων σε ιόντα διασπώντας τους δεσμούς τους, ενώ οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες μεταφέρουν σχετικά μικρότερα ποσά ενέργειας μη ικανά να διασπάσουν τους δεσμούς των ατόμων, ικανές όμως να προκαλέσουν βλάβες στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών.


Α) Οι πηγές της ιοντίζουσας ακτινοβολίας είναι φυσικές και τεχνητές. Οι κυριότερες φυσικές πηγές είναι η κοσμική ακτινοβολία (που προέρχεται από τον ήλιο και το διάστημα) και η γήινη ακτινοβολία (που προέρχεται από το υπέδαφος, πετρώματα, πυρήνας της γης, κλπ). Οι τεχνητές πηγές της ακτινοβολίας προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και αφορούν κυρίως ιατρικές χρήσεις (σε διάγνωση και θεραπεία), αλλά και βιομηχανικές (αποστείρωση φαρμακευτικών σκευασμάτων – ουσιών – υλικών, ακτινοβόληση τροφίμων, έλεγχο συγκόλλησης μετάλλων, κλπ). Στις τεχνητές πηγές ακτινοβολίας θα πρέπει να προστεθεί και η ραδιορρύπανση του περιβάλλοντος που οφείλεται σε πυρηνικές δοκιμές στην ατμόσφαιρα που έγιναν πριν το 1962 και σε πυρηνικά ατυχήματα, όπως αυτό στο Τσέρνομπιλ το 1986 ή αυτό της Φουκουσίμα το 2011 (ανεπαίσθητο σε σχέση με αυτό στο Τσέρνομπιλ).


Η έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία μπορεί να έχει άμεσα ή μακροπρόθεσμα βλαπτικά αποτελέσματα για την υγεία.


 Για πολύ μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας, η έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε άμεση καταστροφή κυττάρων και να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Δόσεις που οδηγούν σε άμεσα αποτελέσματα έχουν παρατηρηθεί μόνο σε μεγάλα ραδιολογικά ή πυρηνικά ατυχήματα και μόνο για ανθρώπους που βρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος.


 Για σχετικά χαμηλές δόσεις, μικρότερες από αυτές που οδηγούν σε άμεσα αποτελέσματα, υπάρχει στατιστικά η πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης καρκίνου ή μετάλλαξης στο γενετικό υλικό, ανάλογα με την απορροφηθείσα δόση. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι βλάβες εκείνες που προκαλούνται στο γενετικό υλικό του κυττάρου, διότι αυτές συνδέονται τόσο με τη μεταβίβαση κληρονομικών ανωμαλιών στους απογόνους όσο και με τη διαδικασία της καρκινογένεσης. Η αποκτηθείσα επιστημονική γνώση μας επιτρέπει να περιλάβουμε τις ακτινοβολίες στους 4000 και πλέον καταγεγραμμένους καρκινογόνους παράγοντες - κατά κανόνα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας - που απειλούν καθημερινά τη ζωή μας. Στην κλίμακα επικινδυνότητας, οι ακτινοβολίες κατατάσσονται στους σχετικά ήπιους καρκινογόνους παράγοντες.


Το δοσιμετρικό μέγεθος που συνδέεται με τον ενεχόμενο κίνδυνο για τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της ακτινοβολίας είναι η ενεργός δόση. Η ενεργός δόση εξαρτάται από την απορροφούμενη στο ανθρώπινο σώμα ενέργεια, το είδος της ακτινοβολίας και το είδος του ακτινοβολούμενου ιστού. Μονάδα μέτρησης της ενεργού δόσης είναι το Sievert (Sv) και τα υποπολλαπλάσιά του, mSv και μSv. Η μέση ενεργός δόση ενός ατόμου που οφείλεται στις τεχνητές και στις φυσικές πηγές ραδιενέργειας του γήινου περιβάλλοντος είναι 0.31mSv και 2.4mSv για κάθε χρόνο αντίστοιχα, ενώ η ενεργός δόση που αντιστοιχεί σε μια τυπική ακτινογραφία θώρακος είναι περίπου 0.02mSv και σε μια αξονική τομογραφία θώρακος (εικόνα 2) περίπου 10mSv. 


Στα πλαίσια της εφαρμογής συστήματος ακτινοπροστασίας κάθε κράτος είναι υποχρεωμένο να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες ακτινοπροστασίας, που αφορούν κατά κύριο λόγο τις ιατρικές εκθέσεις, όπως:
Αρχή της αιτιολόγησης: κάθε εφαρμογή που ενέχει έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία, πρέπει να αποφέρει ικανοποιητικό όφελος στα εκτιθέμενα άτομα ή στο κοινωνικό σύνολο, έτσι ώστε να αντισταθμίζεται η πιθανή βλάβη την οποία αυτή μπορεί να προκαλέσει.


Αρχή της βελτιστοποίησης: όλες οι πηγές και τα μηχανήματα παραγωγής ακτινοβολιών πρέπει να προσφέρουν κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες λειτουργίας τους, την καλύτερη δυνατή προστασία και ασφάλεια, έτσι ώστε το μέτρο της ενεχόμενης έκθεσης, η πιθανότητα μη αναμενόμενης έκθεσης και ο αριθμός των εκτιθεμένων ατόμων, να είναι τόσο μικρά όσον αυτό είναι λογικά εφικτό, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες.


Αρχή των ορίων δόσεων: Οι ατομικές εκθέσεις σε ακτινοβολία, οι οφειλόμενες στο σύνολο των πηγών στα πλαίσια των εγκεκριμένων πρακτικών, πρέπει να υπόκεινται σε όρια δόσεων ή όρια κινδύνων, η υπέρβαση των οποίων θεωρείται μη αποδεκτή.


Ειδικότερα για τα παιδιά θα πρέπει ν’ αποφεύγονται αναίτιες ιατρικές εκθέσεις σε ιοντίζουσα ακτινοβολία και να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μέθοδοι απεικόνισης όπως υπέρηχοι ή μαγνητική τομογραφία. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό θα πρέπει η εξέταση να είναι πλήρως αιτιολογημένη από την κλινική εικόνα και να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ακτινοπροστασίας των ευαίσθητων περιοχών (τοποθέτηση ακτινοπροστατευτικών εξαρτημάτων σε θυρεοειδή αδένα, γεννητικά όργανα, κλπ).


Β) Μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι αυτές που μεταφέρουν σχετικά μικρή ενέργεια, ανίκανη να προκαλέσει ιοντισμό, ικανή όμως να προκαλέσει ηλεκτρικές, χημικές και θερμικές επιδράσεις στα κύτταρα, που μπορούν να αποβούν άλλοτε επιβλαβείς και άλλοτε ευεργετικές για τη λειτουργία τους. Ειδικότερα, μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι οι ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες στις οποίες εντάσσονται τα στατικά ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία, όπως είναι αυτά που δημιουργούνται στο φυσικό περιβάλλον (ραδιοκύματα), τα χαμηλόσυχνα ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία που δημιουργούνται κατά τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας (πυλώνες, καλώδια), τα ραδιοκύματα και τα μικροκύματα που εκπέμπονται από κεραίες επικοινωνιών (κεραίες ραδιοφωνίας και τηλεόρασης (εικόνα 3), σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας συστήματα ραντάρ, κλπ), καθώς και η υπέρυθρη, η ορατή και η υπεριώδης ακτινοβολία.
Οι βιολογικές επιδράσεις των μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές της ιοντίζουσας ακτινοβολίας και εξαρτώνται από την ένταση και τη συχνότητά τους. Έτσι, τα χαμηλόσυχνα ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία επιδρούν στο ανθρώπινο σώμα, επάγοντας πεδία και ρεύματα στο εσωτερικό του, ενώ τα ραδιοκύματα και τα μικροκύματα θερμαίνοντας τα κύτταρα και τους ιστούς.


Οι βλαβερές επιδράσεις στην υγεία που είναι γνωστές για τις μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι αυτές που προκύπτουν κατά την διάρκεια ή αμέσως μετά το πέρας της έκθεσης και προκύπτουν μόνο όταν υπερβαίνονται κάποια κατώφλια – στάθμες επιπέδων έκθεσης. Η έκθεση σε μη ιοντίζουσα ακτινοβολία επηρεάζει κατά κύριο λόγο το κεντρκό νευρικό σύστημα και τα αιμοποιητικά όργανα. 


Ειδικότερα για τα παιδιά, που το κεντρικό νευρικό τους σύστημα είναι υπό ανάπτυξη, θα πρέπει ν’ αποφεύγονται αναίτιες εκθέσεις σε μη ιοντίζουσα ακτινοβολία, όπως για παράδειγμα αποφυγή παραμονής κοντά σε πυλώνες και καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υπερ – υψηλής τάσης, τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από κεραίες κινητής τηλεφωνίας, λογική χρήση ασύρματων – κινητών τηλεφώνων και εάν είναι δυνατό με χρήση ακουστικών, κλπ.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επεμβατικής Ακτινολογίας





Το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επεμβατικής Ακτινολογίας θα πραγματοποιηθεί 11 - 13 Μαϊου 2012στην Πάτρα, στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών.
Πληροφορίες εδώ
Πηγή

15ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΩΝ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 2012

Το 15ο Ετήσιο Συνέδριο Ακτινολόγων Νοτιοδυτικής Ελλάδος θα πραγματοποιηθεί 22 - 23 Ιουνίου 2012, στο Ξενοδοχείο “AldeMar Hotel”, στη Σκαφιδιά, Ηλείας.


Πληροφορίες εδώ
Πηγή