Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα PET/CT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα PET/CT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Η συνεισφορά της 18F-FDG-PET/CT στην επανασταδιοποίηση ασθενών με σάρκωμα

Βλάχου Φ., Ευθυμιάδου Ρ., Γώγου Λ., Κεχαγιάς Δ., Νικάκη Α., Καραμίνη Ο., Αρχοντάκη Κ., Τσεβάς Δ., Ανδρέου Ι., Πρασόπουλος Β.
Τμήμα PET/CT "ΔΘΚΑ ΥΓΕΙΑ" Αθήνα.

Σκοπός: Η εκτίμηση της 18F-FDG-PET/CT στην επανασταδιοποίηση ασθενών με σάρκωμα.

Υλικό - Μέθοδος: 56 ασθενείς με σάρκωμα υποβλήθηκαν σε εξέταση 18F-FDG-PET/CT για ανίχνευση υπολειπόμενης νόσου/υποτροπής μετά από θεραπεία. Διακρίναμε 3 ομάδες ασθενών: 
ΟΜΑΔΑ Α:12 ασθενείς με σάρκωμα Ewing (21 PET/CT) 
OΜΑΔΑ Β: 8 ασθενείς με σάρκωμα οστών (10 PET/CT) 
 ΟΜΑΔΑ Γ: 36 ασθενείς με σάρκωμα μαλακών μορίων (41 PET/CT)
Συγκρίναμε τα ευρήματα της PET/CT με αυτά των CT/MRI.

Αποτελέσματα: ΟΜΑΔΑ Α: Συμφωνία ευρημάτων υπήρξε σε 9 περιπτώσεις. Η PET/CT αποκάλυψε νόσο σε 2 περιπτώσεις όπου οι CT/MRI ήταν αρνητικές και μεγαλύτερο αριθμό μεταστατικών εστιών σε 1. Σε 3 ασθενείς (4 PET/CT) η PET/CT ήταν αρνητική κ οι CT/MRI θετικές. Οι CT/MRI υπήρξαν μη διαγνωστικές σε 5 περιπτώσεις, και η PET/CT ήταν αρνητική σε 1 και θετική σε 4. Σε 2 ασθενείς (PET/CT), που οι διαταραχές CT/MRI παρέμεναν ουσιαστικά αμετάβλητες, οι αντίστοιχες PET/CT αναδείκνυαν την ύφεση ή την υποτροπή της νόσου.
ΟΜΑΔΑ Β: συμφωνία παρατηρήθηκε σε 8/10 περιπτώσεις. Σε 1 περίπτωση οι CT/MRI  ήταν θετικές και η PET/CT αρνητική. Σε 1 ασθενή η MRI ήταν μη διαγνωστική και η PET/CT αρνητική. 
ΟΜΑΔΑ Γ: συμφωνία παρατηρήθηκε σε 24/41 περιπτώσεις. Η PET/CT  ανέδειξε περισσότερες μεταστατικές εστίες σε 4 περιπτώσεις. Η MRI  υπήρξε μη διαγνωστική σε 3 περιπτώσεις- η PET/CT ανέδειξε λεμφαδενική διήθηση σε 1/3 και ήταν αρνητική σε 2/3. Συνολικά η PET/CT σταδιοποίησε προς τα πάνω 7 ασθενείς και προς τα κάτω 3 ασθενείς.

Συμπεράσματα: Η PET/CT είναι χρήσιμη εξέταση στην ανίχνευση υπολειπόμενης νόσου, τοπικής υποτροπής και μεταστατικής νόσου σε πάσχοντες από σάρκωμα.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Καρκινοπαθής βρήκε βοήθεια μέσω facebook για να κάνει την εξέταση PET/CT

Υγεία - Ιατρικά Νέα - Καρκινοπαθής βρήκε βοήθεια μέσω facebook για να κάνει την εξέταση PET/CT Τραγικό κι όμως αληθινό. Μητέρα τριών παιδιών από την Κρήτη, που δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να κάνει την εξέταση της ποζιτρονιακης υπολογιστικής τομογραφίας, βρήκε βοήθεια από την ενημερωτική πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ όταν ο συνάδελφος δημοσιογράφος Κώστας Αρβανίτης ανακάλυψε το πρόβλημα της μέσα στο facebook. Ο υποδιοικητής του ΙΚΑ κ. Ιωάννης Σαρηβουγιούκας, παρενέβη όταν άκουσε το θέμα και δεσμεύτηκε να δώσει την άδεια στην ασθενή να κάνει την εξέταση δωρεάν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Ο κ. Σαρηβουγιούκας παραδέχτηκε ότι υπάρχει πρόβλημα στο συγκεκριμένο ζήτημα αλλά υποστήριξε ότι θα υπάρξει ρύθμιση στο μέλλον για να μην ταλαιπωρούνται οι ασθενείς.


Όπως εξήγησε στον Ιατρικό Τύπο, ο πρόεδρος των εργαζομένων του νοσοκομείου Ευαγγελισμός

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Τεχνολογία της Ακτινοθεραπείας - Τα Μηχανήματα και τα Λογισμικά της Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας. Η συμβολή των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο σχεδιασμό και εκτέλεση της Ακτινοθεραπείας.

Τα τελευταία χρόνια η βελτιστοποίηση των τεχνικών ακτινοθεραπείας είναι συνεχής και πραγματοποιείται με αυτοματοποιημένα συστήματα παροχής της ακτινοβολίας και  αντίστοιχο λογισμικό που επιτρέπουν την αύξηση της δόσης στον όγκο-στόχο για μεγιστοποίηση του ποσοστού ίασης της νόσου και ελαχιστοποίηση της δόσης ακτινοβολίας στους υγιείς  ιστούς μειώνοντας δραματικά τις παρενέργειες.. Έτσι εισάγονται διαρκώς στην κλινική πράξη νέες τεχνικές που περιλαμβάνουν τον τρισδιάστατο δοσιμετρικό σχεδιασμό βάσει σύγχρονων απεικονιστικών τεχνικών (CT, MRI, PET) ή της σύνθεσης τους (PET-CT, CT-MR Image fusion), αυξημένες απαιτήσεις γεωμετρικής ακρίβειας και

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΡΑΧΗΛΟΥ

Με την αλματώδη τεχνολογική ανάπτυξη στον τομέα  της ΑΚΘ ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών που πάσχουν από καρκίνο κεφαλής τραχήλου μπορούν πλέον να ιαθούν. Έτσι η ποιότητα ζωής των επιζώντων αποτελεί προτεραιότητα στη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών και είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει  ο ακτινοθεραπευτής ογκολόγος. Μέλημα μας πλέον δεν αποτελεί μόνο η ίαση της νόσου αλλά και η διατήρηση της ποιότητας ζωής του ασθενούς χωρίς εκπτώσεις στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Πολυάριθμες μελέτες και μεταναλύσεις τους απέδειξαν την υπεροχή των σύγχρονων ακτινοθεραπευτικών  μεθόδων σε σχέση με τις παλιότερες τεχνικές όπου τα πεδία θεραπείας

H Συμβολή του PET-CT στο σχεδιασμό 3D ή 4D Συμμόρφου, IMRT Ακτινοθεραπείας

Η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) σε συνδυασμό με την αξονική τομογραφία (CT) σε ένα υβριδικό σύστημα (PET/CT) είναι η τελευταία κατάκτηση της απεικόνισης. Η PET/CT αποδεικνύεται ένα ανεκτίμητο εργαλείο στην νευρολογία, την καρδιολογία και ιδιαίτερα την ογκολογία.
Η συμβολή της  PET/CT στην ογκολογία αφορά τη διάγνωση, την σταδιοποίηση και επανασταδιοποίηση της νόσου, στην  εκτίμηση της ανταπόκρισης της νόσου στην θεραπευτική αγωγή, στην πρώιμη διάγνωση της υποτροπής, καθώς και στον καθορισμό των ακτινοθεραπευτικών πεδίων. Στο 1/3 περίπου των ογκολογικών ασθενών η αγωγή μεταβάλλεται μετά από την απεικόνιση με PET/CT.
Τα τελευταία χρόνια σημαντική είναι η συμβολή της PET/CT στην ακτινοθεραπεία για τον

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ



Πολύποδες στις φωνητικές χορδές
(ενδοσκοπική εικόνα)
Ο καρκίνος του λάρυγγα αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τον ακτινοθεραπευτή ογκολόγο αφού ακόμα και σε προχωρημένα στάδια έχει σχετικά υψηλά ποσοστά ίασης εάν αντιμετωπιστεί σωστά. Εξαιτίας των ποσοστών αυτών ο καρκίνος του λάρυγγα θεωρείται ως η καλύτερη εφαρμογή της ιδέας της διατήρησης του οργάνου στην αντιμετώπιση του ογκολογικού ασθενή. Σκοπός του ακτινοθεραπευτή ογκολόγου δεν είναι πλέον μόνο η ίαση του ασθενούς αλλά και η άριστη λειτουργία του οργάνου όπως η διατήρηση της φωνής. Οι προηγμένες ακτινοθεραπευτικές τεχνικές εγγυώνται πλέον όχι μόνο για τη διατήρηση του λάρυγγα αλλά και για την άριστη λειτουργία του σε αντιδιαστολή με τη λίαν τραυματική εμπειρία της λαρυγγεκτομής (απώλεια φωνής και μόνιμη τραχειοστομία) τόσο για τον ασθενή όσο και για το οικείο περιβάλλον του.

Τις προηγούμενες δεκαετίες ο καρκίνος του λάρυγγα αντιμετωπιζόταν είτε με χειρουργική

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Η Συμβολή της F-18 FDG-PET/CT στον μη Μικροκυτταρικό Καρκίνο του Πνεύμονος


Η πρωτοποριακή διαγνωστική μέθοδος της ποζιτρονιακής τομογραφίας ή ακόμη καλύτερα η εξέλιξη της, ο συνδυασμός με τη κλασσική αξονική τομογραφία έφερε πολλά οφέλη τόσο στη διάγνωση και σταδιοποίηση των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονος, όσο και στον ακριβέστερο σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας. Σημαντική είναι επίσης και η συμβολή της F-18 FDG-PET/CT στην εκτίμηση του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Σε κλινικές μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι η ανταπόκρισης της νόσου που καταγράφεται στη F-18 FDG-PET/CT θεωρείτε σημαντικό προγνωστικό κριτήριο.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες εντατικοποιημένης θεραπευτικής αγωγής και των υψηλών στόχων

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Η συμβολή της 18F-FDG PET/CT στην σταδιοποίηση και επανασταδιοποίηση ασθενών με γυναικολογικό καρκίνο

Εισαγωγή. Μεταξύ των  γυναικολογικών καρκίνων, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, του ενδομητρίου και των ωοθηκών  αποτελούν πάντοτε αντικείμενο μελέτης, τόσο επιδημιολογικά όσο και ιστοπαθολογικά. Παρόλον ότι η πρόληψη είναι η κύρια στρατηγική για την μείωση του αριθμού  των γυναικών που θα νοσήσουν, η απεικόνιση κατέχει κεντρικό ρόλο στο σχεδιασμό της κατάλληλης αντιμετώπισης των ασθενών μετά την αρχική διάγνωση. 
Η Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (ΡΕΤ) με τη χρήση 18 φθοριο-δεσοξυ-γλυκόζης (18F-FDG) και  Υπολογιστικής Τομογραφίας (18F-FDG PET/CT) είναι μια τεχνική που σταδιακά αποδεικνύει τις δυνατότητές της- μέσα από εναν αυξανόμενο αριθμό δημοσιευμένων μελετών στα τελευταία 10 χρόνια-  για την ορθή σταδιοποίηση, επανασταδιοποίηση, την εκτίμηση της ανταπόκρισης του όκγου στη θεραπεία και την πρόγνωση γυναικών με  καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, του ενδομητρίου και των ωοθηκών. 


Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας (KTM)  
Ο ΚΤΜ  εξακολουθεί να είναι η δεύτερη συχνότερη κακοήθεια στις γυναίκες. Η θνητότητα από αυτήν έχει σημαντικά μειωθεί λόγω της έγκαιρης διάγνωσης και αντιμετώπισης της νόσου. Η
PET/CT είναι χρήσιμη στην απεικόνιση της πρωτοπαθούς  εστίας, της μεταστατικής νόσου και στην πρόγνωση. 


Σταδιοποίηση-Επανασταδιοποίηση:Στις περισσότερες μελέτες φαίνεται πως τόσο το πλακώδες όσο και το αδενοκαρκίνωμα του τραχήλου της μήτρας  προσλαμβάνουν έντονα την FDG. Παρόλον ότι η 18F-FDG PET αρχικά ήταν σχετικά αναποτελεσματική στην εκτίμηση της  επέκτασης της νόσου στα παραμήτρια και στα παρακείμενα όργανα, σε  πρόσφατες μεγάλες μελέτες φαίνεται πως με το ολοκληρωμένο σύστημα PET/CT γίνεται με αρκετή ακρίβεια η εκτίμηση της  αρχικής έκτασης της νόσου.  
Στις αρχικές μελέτες  η ευαισθησία της FDG PET/CT για τη ανίχνευση μετατστατικών παραορτικών λεμφαδένων σε γυναίκες με προχωρημένο ΚΤΜ κυμαινόταν από 75-86%, και η ειδικότητα από 92%-97% , και  για την ανίχνευση μεταστατικών λεμφαδένων της πυέλου, η ευαισθησία ήταν 80%-100% και η ειδικότητα 92%-100%. Σε πρόσφατες προοπτικές μελέτες η
FDG PET/CT φαίνεται ότι μπορεί να λειτουργήσει  συμπληρωματικά στη σταδιοποίηση FIGO σε γυναίκες με ΚΤΜ σταδίου>ΙΒ, έχοντας NPV 96% και PPV 75% για  την ανίχνευση μεταστάσεων
στην πύελο και αντίστοιχα NPV 100% και PPV 94% για ανίχνευση μεταστατικών παραορτικών λεμφαδένων.
Η FDG-PET/CT φαίνεται είναι σημαντικά ακριβέστερη από τις συμβατικές απεικονιστικές μεθόδους για την ανίχνευση μεταστατικής νόσου σε λεμφαδένες και σε απομακρυσμένες εστίες , πράγμα που την κάνει μέθοδο εκλογής στην αρχική (προεγχειρητική) σταδιοποίηση κυρίως ασθενών με προχωρημένο ΚΤΜ. Σε πολλές μελέτες η FDG-PET/CT μπόρεσε να αποκαλύψει λεμφαδενικές μεταστάσεις σε ασθενείς με αρνητικό CT / MRI έλεγχο.
Πρόγνωση: Η λειτουργική απεικόνιση με FDG-PET/CT φαίνεται ότι δίνει προγνωστικές πληροφορίες τόσο για την επιβίωση χωρίς νόσο, όσο και για τη συνολική επιβίωση. Ο αριθμός των μεταστατικών λεμφαδένων, το μέγεθος (τρισδιάστατο) του πρωτοπαθούς όγκου, και η ένταση της πρόσληψης  της 18F-FDG,  σε πολλές μελέτες  αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς παράγοντες επιβίωσης γυναικών με ΚΤΜ. 
Ανταπόκριση στη θεραπεία-Ελεγχος υποτροπών : Συνοπτικά αναφέρω πως η PET/CT μπορεί να τεκμηριώσει την ανταπόκριση γυναικών με ΚΤΜ αμέσως μετα τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία και να δώσει προγνωστικές πληροφορίες για την επιβίωση και την πιθανότητα εμφάνισης υποτροπών. 
Τέλος, η PET/CT φαίνεται να ανιχνεύει με μεγάλη ευαισθησία (90.3%-100%)  και ακρίβεια (86.5%-97.2%) υποτροπές του ΚΤΜ, σε ασυμπτωματικές ασθενείς με αυξημένους καρκινικούς δείκτες  λόγω της δυνατότητας της να διαχωρίζει τον βιώσιμο καρκινικό ιστό από μετεγχειρητικό ουλώδη ιστό, μετακτινική ίνωση, ή νέκρωση. Μελέτες δείχνουν τη δυνατότητα της  PET/CT να ανιχνεύει υποτροπές στην πύελο, κοιλιά, και σε εξωκοιλιακές εστίες όπως ήπαρ, σπλήνα, 
περιτόναιο, λεμφαδένες του μεσοθωρακίου, οστά, πνεύμονα κα.  


Καρκίνος του ενδομητρίου(ΚΕ) 
Λίγες είναι προς το παρόν οι μελέτες για την συμβολή της FDG-PET/CT στην αντιμετώπιση γυναικών με  ΚΕ. Η κύρια συμβολή της περιορίζεται  κυρίως στην μετεγχειρητική παρακολούθηση. Προεγχειρητικά  η PET/CT μπορεί να αποκαλύψει απρόσμενες, συνήθως απομακρυσμένες μεταστάσεις που δεν είχαν απεικονισθεί με τις συμβατικές τεχνικές CT/MRI. 
Στις δημοσιευμένες σειρές, με την επιφύλαξη του μικρού αριθμού των ασθενών, η PET/CT φαίνεται να έχει καλή ευαισθησία και ακρίβεια για την ανίχνευση  υποτροπών μετεγχειρητικά (ακρίβεια 90%-93%). Σε πρόσφατη προοπτική μελέτη του Park  σε 88 γυναίκες με ΚΕ, η
PET/CT με μεγάλη ευαισθησία ειδικότητα και διαγνωστική ακρίβεια(100%, 83.3%, 96% αντίστοιχα) ανέδειξε τις υποτροπές με αποτέλεσμα να  μεταβληθεί  η περαιτέρω αντιμετώπιση στο 21.9% των ασθενών. 


Καρκίνος των ωοθηκών(ΚΩ) 
Ο ΚΩ είναι ο φονικότερος γυναικολογικός καρκίνος, κυρίως λόγω της καθυστερημένης διάγνωσής του. Στον ΚΩ η PET/CT πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή, λόγω της ελαττωμένης ειδικότητας της 18F-FDG και συγκεκριμένα λόγω της αυξημένης πρόσληψής της σε φυσιολογικές ωοθήκες γυναικών αναπαραγωγικής ηλίκίας, σε καλοήθη νεοπλάσματα των ωοθηκών και σε φλεγμονές της περιοχής. Ενας δεύτερος περιορισμός είναι αυτός του μεγέθους των βλαβών, σε συγκριση με τη διακριτική ικανότητα του συστήματος (5mm).Η κύρια συνεισφορά
της PET/CT περιορίζεται στην επανασταδιοποίηση, την παρακολούθηση των ασθενών  και στην ανίχνευση υποτροπών σε ασθενείς με αυξανόμενο Ca-125  και αρνητικό ή αμφίβολο συμβατικό απεικονιστικό έλεγχο. Εκεί η PET/CT  αποκαλύπτει περισσότερες εστίες από την CT, η ευαισθησία της όμως εξακολουθεί να είναι μικρότερη από αυτή  της MRI. Πρόσφατες μελέτες  δείχνουν πως ποσοτικές παράμετροι της 18F-FDG PET/CT (SUV b/a) μπορούν να προβλέψουν έγκαιρα την ανατπόκριση του ΚΩ στη χημειοθεραπεία σε ασθενείς με προχωρημένο ΚΩ. 


Συμπεράσματα
Η PET/CT στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας: 
· Είναι χρήσιμη στη σταδιοποίηση και επανασταδιοποίηση γυναικών σταδίου >ΙΒ. 
· Προσφέρει προγνωστικές πληροφορίες για την επιβίωση χωρίς νόσο και τη συνολική επιβίωση.
 · Ανιχνεύει με ακρίβεια  υποτροπές σε ασυμπτωματικές ασθενείς με ΚΤΜ αυξανόμενους καρκινικούς δείκτες και αμφίβολο ή αρνητικό συμβατικό απεικονιστικό έλεγχο.

Η PET/CT στον καρκίνο του ενδομητρίου (μικρός αριθμός μελετών-ασθενών): 
· Ανιχνεύει με ακρίβεια υποτροπές. 
· Πιθανόν να έχει στο μέλλον κάποιο ρόλο στην προεγχειρητική σταδιοποίηση,  κυρίως λόγω της ικανότητάς του να ανιχνεύει εστίες έξω από τη μήτρα που διαλάθουν του CT/MRI. 


Η PET/CT στον καρκίνο των ωοθηκών: 
· Είναι πολύ χρήσιμη σε ασθενείς με αυξανόμενο Ca-125 και αρνητικό ή αμφίβολο CT/MRI έλεγχο και μεταβάλλει την αντιμετώπιση στο ένα τρίτο αυτών. 
· Εχει τον περιορισμό της πρόσληψης της 18F-FDG από τις φυσιολογικές ωοθήκες  
προεμμηνορυσιακών γυναικών, καλοήθεις όγκους και φλεγμονές (χαμηλή ειδικότητα) και τον περιορισμό της ανίχνευσης μικροσκοπικών (<5μμ) όγκων. 
· Πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως είναι χρήσιμη για την εκτίμηση (πρώιμη και όψιμη) της ανταπόκρισης του όγκου στη χημειοθεραπεία.
Πηγή

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

SPECT - SPECT/CT - PET - PET/CT

Η σχετικά πρόσφατη εισαγωγή των τεχνικών μοριακής απεικόνισης θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως μια ιδιαίτερα σοβαρή εξέλιξη, η οποία θα μεταβάλλει σημαντικά την κλινική πράξη σε διάφορες ειδικότητες. Οι δύο κυριότερες τεχνικές, στο πλαίσιο της Πυρηνικής Ιατρικής, είναι η SPECT (Single Photon Emission Computed Tomography) και η ΡΕΤ (Positron Emission Tomography).
Η Πυρηνική Ιατρική και η Ακτινολογία είναι δυνατό να θεωρηθούν ως αλληλοσυμπληρούμενες ειδικότητες, οι οποίες παρέχουν αντίστοιχα λειτουργικές και ανατομικές πληροφορίες. Η σπινθηρογραφική απεικόνιση δίδει πληροφορίες για τη
Συμβατική γ-camera. Κομβικό σημείο για την ανάπτυξη της Πυρηνικής Ιατρικής αποτέλεσε ο σχεδιασμός της πρώτης γ-camera από τον Anger το 1958. Οι εικόνες, οι οποίες λαμβάνονται με αυτή τη συσκευή, εμφανίζουν το υπό εξέταση όργανο σε δύο μόνο διαστάσεις. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυνατότητα απόκτησης επαρκών πληροφοριών για ευρήματα που εντοπίζονται σε βάθος. Αν και η προκύπτουσα εικόνα είναι δισδιάστατη, η λήψη περισσότερων εικόνων γύρω από το όργανο (πρόσθιες, οπίσθιες, πλάγιες, λοξές λήψεις) συμβάλλει στον καλύτερο εντοπισμό της θέσης και στην εκτίμηση της έκτασης της βλάβης. Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε σε σημαντικό βαθμό με την καθιέρωση και εφαρμογή της τεχνικής SPECT (Kuhl και Edwards, 1963).
SPECT. Η γ- camera ανιχνεύει γ-ακτινοβολία από ραδιοϊσότοπα που χρησιμοποιούνται για τις συμβατικές τεχνικές της Πυρηνικής Ιατρικής. Όταν τα απεικονιστικά δεδομένα λαμβάνονται υπό πολλαπλές γωνίες γύρω από το αντικείμενο ενδιαφέροντος, προκύπτει μια τρισδιάστατη εικόνα της περιοχής. Η τεχνική αυτή καλείται SPECT. Η SPECT έχει τη δυνατότητα μελέτης και εντοπισμού φυσιολογικών διεργασιών. Παράλληλα, τα ραδιοφάρμακα, που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με αυτή την τεχνική, μπορούν να προσδιορίσουν την έκφραση υποδοχέων και αντιγόνων σε ιστούς ασθενών με νευρολογικά, καρδιολογικά και νεοπλασματικά νοσήματα.
Το σύστημα SPECT αποτελείται από μία κλασσική γ-camera με 1 έως 4 ανιχνευτές ΝaΙ (Tl) προσαρμοσμένους σε βραχίονα, ώστε να είναι δυνατή η περιστροφή τους γύρω από το σώμα του εξεταζόμενου. Λαμβάνονται εικόνες και στους τρεις άξονες (εγκάρσιο, οβελιαίο, επιμήκη) και πραγματοποιείται ανασύνθεση της εικόνας μετά την ολοκλήρωση της σπινθηρογράφησης. Η κλασική τεχνική ανασύνθεσης είναι η οπισθοπροβολή - backprojection (Budinger & Gullberg, 1974).
Συνοπτικά, η τεχνική SPECT παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα έναντι της δισδιάστατης απεικόνισης με τη συμβατική γ-camera:
1. Λήψη πληροφοριών σε τρεις διαστάσεις, η οποία επιτρέπει τον ακριβέστερο εντοπισμό των βλαβών και την εκτίμηση του όγκου των οργάνων.
2. Μικρότερη επίπτωση της ακτινοβολίας στους παρακείμενους ιστούς.
3. Δυνατότητα διόρθωσης των εικόνων για την κίνηση του ασθενούς (motion correction) και την εξασθένιση της ακτινοβολίας (attenuation correction).
4. Μεγαλύτερη δυνατότητα ημιποσοτοτικών υπολογισμών της κατανομής του ραδιοφαρμάκου.


SPECT/CT. Η τεχνική SPECT/CT παρέχει επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με τις ανατομικές περιοχές που παρατηρείται πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου. Παράλληλα, προσφέρει πιο ακριβείς μετρήσεις της πρόσληψης από όργανα και νεοπλασίες. Στην Ογκολογία, η SPECT/CT έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στον αποτελεσματικότερο εντοπισμό της κακοήθους βλάβης. Συνεπώς, διευκολύνει τον σχεδιασμό της θεραπείας. Στην Καρδιολογία, η SPECT/CT παρέχει βελτιώσεις για τη διόρθωση των εικόνων (motion correction, attenuation correction). Οι βελτιώσεις αυτές είναι σημαντικές για τη διευκόλυνση του εντοπισμού του βιώσιμου μυοκαρδίου.


PET. Η τεχνική ΡΕΤ αποτελεί την πλέον σύγχρονη εξέταση της Πυρηνικής Ιατρικής. Βασίζεται στην ανάπτυξη της camera εκπομπής ποζιτρονίων (Mullani και συν, 1984) και τη χρησιμοποίηση ραδιοφαρμάκων, τα οποία έχουν επισημανθεί με ραδιοϊσότοπα που εκπέμπουν ποζιτρόνια. Σύμφωνα με την αρχή λειτουργίας της, η απεικόνιση εξαρτάται από την ταυτόχρονη ανίχνευση ζευγών φωτονίων ενέργειας 511 ΚeV, τα οποία προέρχονται από την αλληλοεξουδετέρωση των ποζιτρονίων με ηλεκτρόνια γειτονικών ατόμων. Στα σύγχρονα συστήματα ΡΕΤ χρησιμοποιούνται εκατοντάδες έως χιλιάδες ανιχνευτές, οι οποίοι είναι συνήθως κατασκευασμένοι από γερμανώδες βισμούθιο (BGO) (σπανιότερα από NaI (Tl), BaF2, ή CsF2). Η τεχνική PET χαρακτηρίζεται από μοναδικές δυνατότητες μελέτης και ποσοτικού προσδιορισμού φυσιολογικών διεργασιών στον οργανισμό:
· Αιματική ροή σε διάφορους ιστούς.
· Μεταβολισμός του οξυγόνου.
· Μεταβολισμός της γλυκόζης.
· Σύνθεση αμινοξέων και πρωτεϊνών.
· Μεταβολισμός νουκλεϊκών οξέων.
· Κυτταρική απόπτωση.
· Προσδιορισμός της έκφρασης διαφόρων υποδοχέων – ειδικά στον νευρικό ιστό.
Η ανασύνθεση της εικόνας, κατά το τέλος της εξέτασης, πραγματοποιείται σύμφωνα με τη μέθοδο της οπισθοπροβολής (όπως και με την τεχνική SPECT).
Τα ραδιοϊσότοπα, τα οποία χρησιμοποιούνται στην τεχνική PET, παράγονται από κυκλοτρόνια. Διάφορα τέτοια ισότοπα έχουν χρησιμοποιηθεί σε κλινικές εφαρμογές έως σήμερα:
· 82-Rb
· 15-O
· 13-N
· 11-C
· 18-F
· 124-I
· 86-Y
· 62-Cu
· 68-Ga
Ειδικά για το 82-Rb, το 68-Ga και το 62-Cu υπάρχουν και γεννήτριες (εκτός από την παραγωγή τους με κυκλοτρόνιο). Το πλέον συχνά χρησιμοποιούμενο ραδιοφάρμακο είναι η 18-FDG (δεοξυγλυκόζη). Ωστόσο, σε μελέτες απεικόνισης νευροϋποδοχέων, χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά και άλλα ραδιοφάρμακα με 11-C ή 18-F.
Στην Ογκολογία, η τεχνική PET έχει έναν σημαντικό ρόλο. Σήμερα, περίπου το 90% των κλινικών εφαρμογών της ΡΕΤ αφορά ογκολογικά περιστατικά.
· Μελέτη βιολογικών χαρακτηριστικών των νεοπλασιών.
· Σταδιοποίηση.
· Παρακολούθηση της θεραπείας.
Στην Καρδιολογία, η τεχνική PET διατηρεί τη σημασία της για την εκτίμηση του βιώσιμου μυοκαρδίου και την αξιολόγηση της αιμάτωσης του καρδιακού μυός. Στη Νευρολογία, η τεχνική PET έχει δύο κύριες εφαρμογές που αφορούν ασθενείς με επιληψία ή νευροεκφυλιστικά νοσήματα (κυρίως άνοια).
Συνοπτικά, η τεχνική ΡΕΤ πλεονεκτεί έναντι της SPECT στα εξής σημεία:
1. Μεγαλύτερη ευαισθησία και διακριτική ικανότητα.
2. Αποτελεσματικότερη διόρθωση για την εξασθένιση της ακτινοβολίας (attenuation correction).
3. Καλύτερα φυσικά χαρακτηριστικά ραδιοφαρμάκων (δυνατότητα επισήμανσης μεταβολιτών).
4. Μικρότερη ακτινική επιβάρυνση.
5. Δυνατότητα ποσοτικών λειτουργικών μελετών και παρακολούθησης μεταβολικών οδών.
Από την άλλη πλευρά, στα μειονεκτήματα της τεχνικής ΡΕΤ περιλαμβάνονται:
1. Υψηλό κόστος.
2. Μεγαλύτερη διάρκεια εξέτασης.
3. Απαιτείται κυκλοτρόνιο, για την παραγωγή των περισσότερων ραδιοϊσοτόπων, σε μικρή απόσταση από τον χώρο της εξέτασης (λόγω του μικρού χρόνου υποδιπλασιασμού). Εν μέρει, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με τη χρησιμοποίηση ραδιοϊσοτόπων, τα οποία παρέχονται από γεννήτριες, και με την κατασκευή μικρών - πιο οικονομικών κυκλοτρονίων.

PET/CT. Η σύνθεση των ανατομικών πληροφοριών της αξονικής τομογραφίας με τις εικόνες της ΡΕΤ επιτρέπει πιο ακριβή προσδιορισμό των παθολογικών περιοχών πρόσληψης του ραδιοφαρμάκου. Η μεγαλύτερη αυτή ακρίβεια έχει αποδειχθεί σε πολλούς διαφορετικούς τύπους νεοπλασιών, συμπεριλαμβανομένων του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, του ορθοκολικού καρκίνου, των λεμφωμάτων και του μελανώματος. Στην Καρδιολογία, η σύνθεση της αιματικής ροής και του ιστικού μεταβολισμού με τις εικόνες της αξονικής τομογραφίας παρέχει πληροφορίες σχετικά με την αιματική ροή στα στεφανιαία αγγεία και τη μικροαγγειακή ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.







φυσιολογική ή παθολογική λειτουργία οργάνων. Αντίθετα, η ακτινολογική απεικόνιση παρέχει κυρίως ανατομικές πληροφορίες για τα όργανα. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί υβριδικά συστήματα για την ταυτόχρονη συλλογή ανατομικών και λειτουργικών πληροφοριών (SPECT/CT, PET/CT).
Πηγή

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Διαγνωστική απεικόνιση με PET/CT

Μετά την κατάλληλη προετοιμασία του ασθενούς (πρέπει να είναι νηστικός, ενυδατωμένος και το σάκχαρο αίματος να μην υπερβαίνει τα 150mg/dl) χορηγείται ενδοφλεβίως 18F-FDG ( ανάλογο της γλυκόζης επισημασμένο με F-18) η οποία προσλαμβάνεται από τους ιστούς με αυξημένη μεταβολική δραστηριότητα, όπως είναι οι νεοπλασματικοί αλλά και οι φλεγμονώδεις ιστοί. Οι μόνοι ιστοί που υπό φυσιολογικές συνθήκες προσλαμβάνουν έντονα την 18F-FDG είναι η καρδιά και ο εγκέφαλος. 
Η PET/CT είναι σύγχρονη απεικονιστική μέθοδος και προέρχεται από τη σύντηξη με τη βοήθεια εξελιγμένου λογισμικού, δύο εξετάσεων, της PET (Τομογραφίας Εκπομπής Ποζιτρονίων) και της CT (Αξονικής Τομογραφίας). Με αυτό τον τρόπο συνδυάζονται σε μία και  μόνη εξέταση τα πλεονεκτήματα της λειτουργικής απεικόνισης της PET με τη λεπτομερή μορφολογική απεικόνιση της CT.

Μετά την παραμονή του ασθενούς για μία περίπου ώρα σε ήσυχο και σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς καμία σωματική δραστηριότητα, ο ασθενής προσέρχεται στο χώρο εξέτασης όπου και υποβάλλεται διαδοχικά σε CT και PET στην ίδια εξεταστική κλίνη, από τον «συνδυασμένο» PET/CT τομογράφο. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, ακολουθεί ηλεκτρονική επεξεργασία των δεδομένων, ώστε να λάβουμε εικόνες σύντηξης (fusion), δηλαδή εικόνες όπου συμπροβάλλονται και αλληλοεπικαλύπτονται στην ίδια τομή η εικόνα PET και η εικόνα CT. Η μελέτη της εξέτασης απαιτεί τη συνεργασία εξειδικευμένων ιατρών, πυρηνικού και ακτινολόγου.

Η Ογκολογία αποτελεί το σημαντικότερο τομέα εφαρμογής της PET/CT, συγκεντρώνοντας το 85-90% των κλινικών εφαρμογών της. Η χρήση της 18F-FDG στην Ογκολογία στηρίζεται στο ότι οι νεοπλασματικοί ιστοί παρουσιάζουν αυξημένη αερόβια και αναερόβια γλυκόλυση, αυξημένη σύνθεση πρωτεϊνών και DNA και αυξημένη αιμάτωση. Σε σύγκριση με τις καθιερωμένες τομογραφικές τεχνικές (CT και MRI), η PET/CT πλεονεκτεί, διότι παρέχει πληροφορίες όχι μόνο για τη μορφολογία, το μέγεθος και την ακριβή εντόπιση των αλλοιώσεων αλλά και για τη μεταβολική δραστηριότητά τους. Έχει τη δυνατότητα να διακρίνει τους μεταβολικά ενεργούς ιστούς από τους νεκρωμένους και να ποσοτικοποιεί τη μεταβολική τους δραστηριότητα.

Στην Ογκολογία η PET/CT προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες κυρίως στα εξής:
- στη διάγνωση της νόσου
- στη σταδιοποίηση και την επανασταδιοποίηση
- στη διερεύνηση νεοπλάσματος αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας
- στην εκτίμηση του βαθμού κακοηθείας του νεοπλάσματος
- στην ανταπόκριση στη θεραπευτική αγωγή
- στην επιλογή της καταλληλότερης θέσης για βιοψία
- στην πρώιμη ανίχνευση υποτροπής
- στην πρόγνωση του ογκολογικού ασθενούς
- στον καθορισμό των ακτινοθεραπευτικών πεδίων.

Στις κυριότερες ενδείξεις της μεθόδου περιλαμβάνονται το λέμφωμα, ο καρκίνος του πνεύμονα, το μελάνωμα, οι όγκοι κεφαλής και τραχήλου, τα νεοπλάσματα του γαστρεντερικού σωλήνα (οισοφάγου, στομάχου, παχέος εντέρου), ο γυναικολογικός καρκίνος, ο καρκίνος μαστού, ο καρκίνος θυρεοειδούς και οι όγκοι εγκεφάλου.

Ειδικότερα, στους ασθενείς με λέμφωμα η PET/CT έχει ένδειξη τόσο στην αρχική σταδιοποίηση όσο και στην επανασταδιοποίηση και στην ανίχνευση υποτροπών. Σε μεγάλο ποσοστό ασθενών με λεμφώματα (60% σε Hodgkin's και 20% σε non Hodgkin's λεμφώματα) παραμένει μάζα μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής αγωγής τους. Συχνό ερώτημα του κλινικού γιατρού είναι το αν η μάζα μαλακών μορίων πού παρατηρείται με τις συμβατικές μεθόδους σταδιοποίησης (CT και MRI) στο μεσοθωράκιο ή λιγότερο συχνά σε άλλες θέσεις του σώματος, αντιστοιχεί σε νεκρωμένο ή ουλώδη ιστό ή αντιπροσωπεύει ενεργό νόσο. Η PET/CT μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας στις εν λόγω αλλοιώσεις, ώστε ο κλινικός γιατρός να λάβει τη σωστή θεραπευτική απόφαση. Όπως προκύπτει από δημοσιευμένες μελέτες, η PET/CT μετά από τη θεραπεία έχει υψηλή προγνωστική αξία για την πορεία της νόσου και την επιβίωση του ασθενούς.

Όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία των περισσοτέρων τμημάτων PET/CT της Ευρώπης και των ΗΠΑ, οι ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα των εξεταζομένων. Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι o κακοήθης όγκος με τη μεγαλύτερη θνησιμότητα και ευθύνεται για το 25% των θανάτων από καρκίνο. Η PET/CT υπερτερεί όλων των άλλων μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενων απεικονιστικών μεθόδων στη σταδιοποίηση της νόσου. Αποτελεί επίσης σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο για την εκτίμηση του μονήρους πνευμονικού όζου. 

Ιδιαιτέρως σημαντική είναι η δυνατότητα της PET/CT να ανιχνεύει αυξημένη μεταβολική δραστηριότητα σε μικρούς λεμφαδένες του μεσοθωρακίου, που παρ'ότι το μέγεθός τους κρίνεται εντός των φυσιολογικών ορίων με τα κριτήρια της αξονικής τομογραφίας, δύναται να είναι διηθημένοι από τη νόσο. Έτσι, αλλάζει το στάδιο της νεοπλασίας και αποφεύγονται άσκοπες θωρακοτομές. Η PET/CT μπορεί επίσης να διαφοροποιήσει -με βάση την αυξημένη ή όχι μεταβολική δραστηριότητα-, τη μεταστατικής αιτιολογίας διόγκωση του επινεφριδίου από την καλοήθη υπερπλασία ή το ανενεργό αδένωμα.

Σε χειρουργημένους ογκολογικούς ασθενείς, η PET/CT μπορεί να ανιχνεύσει πρώιμη υποτροπή ή υπόλειμμα της νόσου στην περιοχή του χειρουργικού πεδίου, μία περιοχή που λόγω των μετεγχειρητικών αλλαγών (όπως είναι η ανάπτυξη ουλώδους ιστού), παρουσιάζει δυσκολία στη διερεύνησή της με τις συμβατικές απεικονιστικές μεθόδους. 

Ειδικά για τους όγκους εγκεφάλου, μία εξαιρετικά χρήσιμη εφαρμογή της PET/CT είναι η διαφορική διάγνωση μεταξύ υποτροπής και μετακτινικής νέκρωσης.
Η συμβολή της PET/CT στην ακτινοθεραπεία αφορά τόσο στην ορθή σταδιοποίηση του υποψήφιου για ακτινοθεραπεία ογκολογικού ασθενούς, όσο και στον ακριβέστερο σχεδιασμό του πεδίου ακτινοθεραπείας. Σύμφωνα με μελέτες σε μεγάλες σειρές ασθενών η PET/CT εμφανίζει μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα (>90%) και μεγάλη συνολική ακρίβεια (>92%) αλλά και πολύ υψηλή αρνητική προγνωστική αξία (NPV). Αρνητική PET/CT μελέτη μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής αγωγής αποτελεί σημαντικό θετικό προγνωστικό στοιχείο για την πρόγνωση του ογκολογικού ασθενούς. 

Ψευδώς θετικά ευρήματα οφείλονται συνήθως σε φλεγμονές, σε πρόσφατο τραυματισμό ή πρόσφατη χειρουργική επέμβαση καθώς και κατά τους πρώτους μήνες μετά την ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας. Επίσης, καλοήθεις νεοπλασίες, όπως αδενώματα του παχέος εντέρου, μηνιγγιώματα, ανευρυσματικές κύστεις οστών, μπορούν να παρουσιάζουν αυξημένη μεταβολική δραστηριότητα. 

Ψευδώς αρνητικά ευρήματα παρατηρούνται συνήθως σε όγκους μικρού μεγέθους, όπως σε πνευμονικούς όζους <1 cm, σε όγκους χαμηλού βαθμού κακοήθειας, σε ηπατώματα, σε καρκίνο του προστάτη ή σε ανάπτυξη όγκου πολύ κοντά ή σε επαφή με περιοχές όπου φυσιολογικά υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση της 18F-FDG όπως είναι ο εγκέφαλος, το μυοκάρδιο ή η αποχετευτική μοίρα του ουροποιητικού συστήματος.

Μικρό ποσοστό (8-10% περίπου) των συνολικών κλινικών εφαρμογών της PET/CT, αφορά στη νευρολογία. Οι κυριότερες ενδείξεις της PET/CT στον τομέα αυτό αφορούν κυρίως στη διερεύνηση της άνοιας, της επιληψίας και των όγκων του εγκεφάλου. 

Η ευρεία εφαρμογή της PET/CT άλλαξε τα δεδομένα στη διαχείριση του ογκολογικού ασθενούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο 1/3 των ασθενών που υπεβλήθησαν σε PET/CT, άλλαξε το στάδιο της νόσου (συνηθέστερα προς πιο προχωρημένο στάδιο) και επομένως τροποποιήθηκε η θεραπευτική αγωγή.

Με την εγκατάσταση συνεχώς αυξανόμενου αριθμού PET/CT συστημάτων παγκοσμίως -στην Ελλάδα από το 2004 λειτουργεί ο πρώτος PET/CT τομογράφος στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ και σύντομα αναμένεται η λειτουργία και άλλων συστημάτων PET/CT και σε άλλα ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία- και με την επέκταση των κλινικών εφαρμογών της η «συνδυασμένη» αυτή απεικονιστική μέθοδος είναι μία πολλά υποσχόμενη πραγματικότητα στον τομέα της διάγνωσης και του χειρισμού του ασθενούς.


 Ολόσωμη PET/CT. Μετάσταση δεξιού μηριαίου (βέλος)


 

 Καρκίνος δεξιού πνεύμονος όπως φαίνεται στην αξονική τομογραφία. (Α. βέλος), και στην PET/CT (Β. βέλος)

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Εξελίξεις στον Καρκίνο του Θυρεοειδούς

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι ο πιο συχνός ενδοκρινής όγκος και ένας από τους πλέον αυξανόμενους καρκίνους σε όλον τον κόσμο. Ο διαφοροποιημένος καρκίνος του θυρεοειδούς (ΔΚΘ), ιδιαίτερα ο θηλώδης, παρουσιάζει σημαντική αύξηση τα τελευταία είκοσι χρόνια αντίθετα με την συχνότητα των άλλων όγκων της κρανίο-τραχηλικής χώρας που μειώνεται. Η αύξηση παρουσιάζεται σε όλες τις ηλικίες και στα παιδιά και οφείλεται κυρίως στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος αλλά και σε πιο εξειδικευμένες τεχνικές διάγνωσης. Η κυτταρολογική εξέταση εμπλουτισμένη με μεθόδους της μοριακής βιολογίας και η καλύτερη ανάλυση της υπερηχογραφικής απεικόνισης επιτρέπουν την ακριβή διάγνωση και παράλληλα βοηθάνε και στην κατηγοριοποίηση του όγκου. Παράλληλα η επικείμενη εισαγωγή στην κλινική πράξη μοριακών δεικτών θα διευκολύνει περαιτέρω την διαφοροποίηση των καλοηθών από τους κακοήθεις όζους του θυρεοειδούς.

Εξελίξεις υπάρχουν τα τελευταία χρόνια και στη θεραπευτική προσέγγιση του ΔΚΘ. Η παραγωγή της ανασυνδυασμένης θυροτροπίνης (rhTSH Thyrogen,) αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη γιατί προσφέρει μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση στη διαδικασία του καυτηριασμού του υπολοίπου (ablation) με ραδιενεργό ιώδιο που ακολουθεί συνήθως την ολική θυρεοειδεκτομή. Αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα ότι η χρήση της rhTSH δεν επηρεάζει την καθημερινή δραστηριότητα των ασθενών καθώς δεν χρειάζεται να διακόψουν την αγωγή με θυροξίνη και έτσι δεν διαταράσσεται η ποιότητα ζωής των. Η μέθοδος είναι απλή, δύο ενέσεις σε δύο συνεχόμενες ημέρες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην παρακολούθηση των ασθενών με ή χωρίς σπινθηρογράφημα, μόνο για μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης (Τg) τρις ημέρες μετά την δεύτερη ένεση. Σημαντική εξέλιξη στην διάγνωση του μεταστατικού καρκίνου του θυρεοειδούς αποτελεί και η εξέταση συνδυασμού αξονικής τομογραφίας (CT) με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) που δίνει πολύτιμες πληροφορίες όσον αφορά την τοπογραφία του όγκου αλλά και τον μεταβολισμό των μεταστάσεων.

Η πρόγνωση του ΔΚΘ είναι γενικά πολύ καλή εφόσον διαγνωσθεί  έγκαιρα και θεραπευθεί σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Θυρεοειδικής Εταιρείας. Ένα ποσοστό όμως γύρω στο 10% αποδιαφοροποιείται, χάνει δηλαδή την ικανότητα να προσλαμβάνει ιώδιο, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτή η με ραδιενεργό ιώδιο μετεγχειρητική αγωγή. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η θεραπεία ασθενών με διάχυτες μεταστάσεις ενός αποδιαφοροποιημένου καρκίνου του θυρεοειδούς (ΑΚΘ) καθώς δεν επηρεάζονται από τα διάφορα χημειοθεραπευτικά. Πρόσφατα όμως μια νέα κατηγορία φαρμάκων που στοχευμένα αναστέλλουν την μετάδοση μηνυμάτων από τον εξωκυττάριο χώρο στον πυρήνα του κυττάρου αποδεικνύονται αποτελεσματικά και στον ΑΚΘ καθώς φαίνεται να σταθεροποιούν το 70% περίπου των ασθενών. Τα φάρμακα αυτά είναι αναστολείς της κινάζης της τυροζίνης, ενός πολύπλοκου συστήματος ενζύμων που όταν απενεργοποιηθούν μπορεί να συρρικνώσουν τον όγκο και συχνά να δημιουργήσουν περιβάλλον ασφυξίας ελαχιστοποιώντας την παροχή οξυγόνου. Φάρμακα αυτής της κατηγορίας είναι η σοραφενίμπη , βατενατίμπη , ιδιαίτερα για τον μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούς, η σουνιτινίμπη ενώ δοκιμάζονται και νέα μόρια σε διάφορα πρωτόκολλα παγκοσμίως. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται με επιτυχία σε ασθενείς με καρκίνο του νεφρού και γαστρεντερολογικών όγκων, η χρήση των σε ασθενείς με ΑΚΘ είναι πρόσφατη συνοδεύεται όμως από αισιοδοξία ότι μπορούν να βοηθήσουν παρατείνοντας την ζωή και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής σε αρκετούς ασθενείς.

Το πεδίο των αναστολέων της κινάζης της τυροζίνης στην ογκολογία του θυρεοειδούς, και βέβαια όχι μόνον, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για έρευνα και επενδύσεις φαρμακοβιοτεχνολογικών εταιρειών αιχμής. Στο μέλλον θα έχουμε φάρμακα με πιο επιλεκτική και στοχευμένη δράση στα μονοπάτια των μηνυμάτων στο μοριακό επίπεδο και με καλύτερη ανοχή από τους ασθενείς και αυτό πρέπει να αποτελεί ελπίδα ζωής για χιλιάδες ασθενείς των οποίων η πρόγνωση σήμερα είναι εξαιρετικά άσχημη.

Η έρευνα τέλος εστιάζεται στην ταυτοποίηση των μοριακών χαρακτηριστικών των βλαστοκυττάρων του θηλώδους καρκίνου του θυρεοειδούς, στην κλινική σημασία μοριακών δεικτών της νόσου, αξιολόγηση της σημασίας των μεταλλάξεων και στην   επιγενετική.

Πηγή

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Καρκίνος μαστού PET-CT: Σταδιοποίηση – Ανταπόκριση – Παρακολούθηση





Το πλεονέκτημα των ραδιοισοτοπικών τεχνικών έναντι άλλων απεικονιστικών μεθόδων είναι η δυνατότητα ανάδειξης βιολογικών διεργασιών,  διαδικασία που επιτυγχάνεται με την επισήμανση ενός βιολογικού μορίου με ένα ισότοπο επιλογής που εκπέμπει γ ακτινοβολία  (γ-κάμερα)  ή ποζιτρόνια  (ΡΕΤ).  Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να απεικονίσουμε μεταβολισμό γλυκόζης, 
πολλαπλασιασμό κυττάρων, αιμάτωση ή υποξία, ανάλογα με το ραδιοφάρμακο που χρησιμοποιούμε. 


Η PET-CT  είναι απεικονιστική μέθοδος η οποία ανιχνεύει συγκέντρωση ραδιοφαρμάκων που εκπέμπουν ποζιτρόνια στο σώμα.  Είναι μια ευαίσθητη μέθοδος καθώς έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει μικρή ποσότητα ραδιοφαρμάκου (picomol) και έχει σαφώς καλύτερη διακριτική ικανότητα από τη γ-κάμερα. 


Το ραδιοφάρμακο που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα είναι το φθοριωμένο μόριο της γλυκόζης (18F-FDG), το οποίο εισέρχεται στα κύτταρα με τη βοήθεια των GLUT-1  υποδοχέων,  φωσφοριλιώνεται με τη βοήθεια εξωκινάσης και παγιδεύεται εντός των κυττάρων. Η πρόσληψη της 18F-FDG εξαρτάται από τις μεταβολικές ανάγκες των κυττάρων και συνεπώς,  κύτταρα με αυξημένο μεταβολισμό,  πχ.  καρκινικά,  εμφανίζουν αυξημένη συγκέντρωση του ραδιοφαρμάκου.
  
Στον καρκίνο του μαστού ο βαθμός πρόσληψης της FDG  δεν φαίνεται να σχετίζεται με μοριακούς βιοδείκτες όπως γονιδιακές μεταλλάξεις (p-53 tumor  suppressor gene),  υπάρχει όμως συσχέτιση με τον ιστολογικό τύπο του καρκίνου, το βαθμό πολλαπλασιασμού των κυττάρων, τους GLUT-1 υποδοχείς και τον αριθμό των βιόσημων κυττάρων. 


Στην ανίχνευση του όγκου η ευαισθησία της FDG-PET  είναι ανάλογη με το μέγεθος του όγκου,  γεγονός που οφείλεται στην διακριτική ικανότητα των συστημάτων PET-CT  και την χαμηλή πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου σε διάφορους ιστολογικούς τύπους καρκίνου.  Ωστόσο,  σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο μαστού η PET-CT μπορεί να προσδιορίσει την έκταση
της νόσου,  την ύπαρξη διηθημένων μασχαλιαίων λεμφαδένων και απομακρυσμένων μεταστάσεων. 


Η εξέλιξη καινούργιων συστημάτων απεικόνισης,  όπως η PEM  (ποζιτρονική μαστογραφία)  με υψηλή διακριτική ικανότητα,  θα επιτρέψει στο μέλλον την καλύτερη ανίχνευση των όγκων του μαστού. 


Η σταδιοποίηση των ασθενών με καρκίνο μαστού περιλαμβάνει την τοπική σταδιοποίηση  (μαστός +  μασχαλιαίοι λεμφαδένες)  και τον έλεγχο για απομακρυσμένες μεταστάσεις.  Για τους μασχαλιαίους λεμφαδένες η ευαισθησία και η ειδικότητα της PET-CT  είναι 79%  και 92%,  αντίστοιχα με 41%  και 96%  στις κλασικές απεικονιστικές μεθόδους.  Παρ’  όλα αυτά,  λόγωτης μεγάλης σημασίας της λεμφαδενικής διασποράς της νόσου στην πρόγνωση και στο σχεδιασμό της θεραπείας των ασθενών,  η PET-CT  δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιστολογική εξέταση του λεμφαδένα φρουρού ή τον λεμφαδενικό καθαρισμό. 


Η PET-CT  είναι χρήσιμη μέθοδος στην παρακολούθηση ασθενών με μεταστατικό καρκίνο μαστού. Είναι πιο ευαίσθητη στον εντοπισμό τοπικών και απομακρυσμένων μεταστάσεων από ότι οι κλασικές απεικονιστικές μέθοδοι,  έχοντας επιπλέον το πλεονέκτημα της ολόσωμης απεικόνισης σε μία μόνο εξέταση. 


Στην ανάδειξη των απομακρυσμένων μεταστάσεων η ευαισθησία, η ειδικότητα και η ακρίβεια της PET-CT  είναι 97%, 82%  και 90%,  έναντι 84%, 60%  και 74% των κλασικών απεικονιστικών μεθόδων. 


Οι συχνότερες μεταστάσεις αφορούν λεμφαδένες, πνεύμονες, ήπαρ και οστά. 


Η PET-CT  υπερέχει στην ανάδειξη μεταστάσεων στο μεσοθωράκιο και στους έσω μαστικούς λεμφαδένες.  Όσον αφορά τις οστικές μεταστάσεις,  παρ’  όλο που η FDG PET  είναι μια καλή μέθοδος ωστόσο έχει χαμηλή ευαισθησία στις οστεοσκληρυντικού τύπου αλλοιώσεις. Ένα καινούργιο ραδιοφάρμακο, το F18 fluoride  αναδεικνύει τόσο τις οστεοσκληρυντικού τύπου όσο και τις οστεολυτικού τύπου αλλοιώσεις. Παρ’ όλο που η PET με F18 fluoride είναι η
πιο ευαίσθητη μέθοδος στην ανίχνευση οστικών μεταστάσεων,  στον καρκίνο του μαστού η καλύτερη λύση θεωρείται ο συνδυασμός της FDG-PET  με το σπιθηρογράφημα οστών.    


Η PET-CT παίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θεραπείας σε ασθενείς με αποδεδειγμένη ή πιθανή μεταστατική νόσο,  καθώς και στην παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.  Στον τοπικά προχωρημένο καρκίνο μαστού όπου χρησιμοποιείται η εισαγωγική  (νέο-επικουρική)  χημειοθεραπεία,  η PETCT  έχει τη δυνατότητα να διακρίνει τους ασθενείς που ανταποκρίνονται στη θεραπεία από τους μη ανταποκρινόμενους ασθενείς,  καθώς μετράει μεταβολισμό κυττάρων.


Μείωση του βαθμού πρόσληψης της FDG  σημαίνει καλή ανταπόκριση στη θεραπεία. 
Επίσης, σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιοιστρογονική θεραπεία η PET-CT είναι χρήσιμη μέθοδος καθώς διαχωρίζει τους ανταποκρινόμενους  (στους οποίους παρατηρείται αύξηση της πρόσληψης του ραδιοφαρμάκου μετά την έναρξη της θεραπείας – flare reaction) από τους μη ανταποκρινόμενους ασθενείς. 


H PET-CT  πρέπει να χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική απεικονιστική μέθοδος,  να απαντά σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και η χρήση της να προσαρμόζεται ανάλογα με την έκβαση της νόσου του κάθε ασθενούς. 


Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με χειρουργημένο καρκίνο μαστού στους οποίους η κλινική εξέταση και ο κλασικός απεικονιστικός έλεγχος είναι αρνητικά αλλά οι καρκινικοί δείκτες αυξάνουν, η PET-CT έχει απόλυτη ένδειξη.
Πηγή

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Νέος μαγνητικός τομογράφος και PET/CT στο ΠΑΓΝΗ Κρήτης




Στα πλαίσια του προγραμματισμού αναβάθμισης της παροχής υπηρεσιών υγείας των νοσοκομείων της Κρήτης και την ενίσχυση τους με μηχανήματα και διαγνωστικές μεθόδους τελευταίας τεχνολογίας, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη με πρωτοβουλία της 7ης Υ.ΠΕ Κρήτης, όπου εκτιμήθηκε η αναγκαιότητα προμήθειας και η δυνατότητα εγκατάστασης σε τριτοβάθμιο νοσοκομείο και συγκεκριμένα στο ΠΑΓΝΗ, μονάδας PET CT καθώς και ενός μαγνητικού τομογράφου 3 Tesla.
Για τον μαγνητικό τομογράφο τελευταίας τεχνολογίας 3 Tesla αποφασίστηκε ομόφωνα η κατά πράξη προμήθεια του. Για την προμήθεια μονάδας PET CT αποφασίστηκε η επανεκτίμηση σκοπιμότητας εγκατάστασης και λειτουργίας του στο τριτοβάθμιο νοσοκομείο της Κρήτης, καθώς και η σύνταξη σχετικής οικονομοτεχνικής μελέτης, τα συμπεράσματα της οποίας θα εκτιμηθούν με την ολοκλήρωση της, σε νέα συνάντηση τις επόμενες ημέρες στην 7η Υ.ΠΕ Κρήτης.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Η ακτινολογία σήμερα και οι νεότατες εξελίξεις


Οι νεότατες εξελίξεις της ακτινολογίας, τόσο στο διαγνωστικό όσο και στον επεμβατικό τομέα, παρουσιάστηκαν στο Πανελλήνιο Ακτινολογικό Συνέδριο που διοργανώθηκε από την Ελληνική Ακτινολογική Εταιρεία, τον Δεκέμβριο του 2010. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο συγκεκριμένο συνέδριο στα διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα στην ακτινολογία.
‘Όπως σημειώνει ο Πρόεδρος του Συνεδρίου, Καθηγητής Ακτινολογίας, κ. Στριγγάρης, η αλματώδης ανάπτυξη της Ακτινολογίας και των ποικίλων απεικονιστικών τεχνικών κατά τις
τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει σε ένα μεγάλο αριθμό εξετάσεων που χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση των διαφόρων νοσολογικών οντοτήτων. Παρόλο που το ζητούμενο είναι οι εξετάσεις αυτές να χρησιμοποιούνται επ’ ωφελεία των εξεταζομένων, η ελλειπής γνώση όλου του εύρους των τεχνικών απεικόνισης είναι δυνατόν να οδηγήσει σε σφάλματα κατά την παρακολούθηση των ασθενών.
Επιπλέον, μία απεικονιστική εξέταση που πιθανώς να είναι χρήσιμη για μια ομάδα πληθυσμού, μπορεί να είναι λιγότερο επωφελής για μία άλλη.
Μία τεχνική που είναι διαθέσιμη στα νοσοκομεία των μεγάλων πόλεων δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθεί σε ένα απομακρυσμένο αγροτικό ιατρείο. Μία εξέταση μπορεί να πρέπει να προτιμηθεί από μία άλλη που ενδεχομένως επιβαρύνει τον ασθενή με ιονίζουσα ακτινοβολία ή είναι ακριβότερη.
Ο Οδηγός Διαγνωστικών και Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων στην Ακτινολογία, της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας, συνεχίζει ο κ. Στριγγάρης, επιχειρεί να βοηθήσει την καθημερινή προσπάθεια για την καλύτερη απεικονιστική διερεύνηση, διάγνωση και θεραπεία των ασθενών, διευκολύνοντας σε αυτό τον τομέα Ακτινολόγους και Κλινικούς Ιατρούς. Επιπλέον, απευθύνεται στους φορείς της Πολιτείας που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο της χρήσης, και κατά συνέπεια του αντίστοιχου κόστους, όλων των απεικονιστικών τεχνικών που υπάρχουν διαθέσιμες στα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα της χώρας μας.
Έτσι η Ελληνική Ακτινολογική Εταιρεία συγκρότησε ομάδα εργασίας η οποία μελέτησε το θέμα, εισηγήθηκε, και η Εταιρεία προχώρησε στην εκτύπωση εγχειριδίου – οδηγού όπου αναφέρονται αναλυτικά τα διαγνωστικά και θεραπευτικά πρωτόκολλα ανά νόσημα στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη.
Επίσης, στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν αλγόριθμοι που καθορίζουν την προτεραιότητα κάθε εξέτασης ανάλογα με τις επιστημονικές απαιτήσεις για σωστή διάγνωση, αλλά και το κόστος.
Η θεματολογία του Συνεδρίου, επικεντρώθηκε κυρίως στα κάτωθι σημεία:

  • Στις εφαρμογές των νέων υπερσύγχρονων ταχύτατων πολυτομικών αξονικών τομογράφων που λαμβάνουν πλέον 256 τομές το δευτερόλεπτο και σαρώνουν ολόκληρο το σώμα σε χρόνους λίγων δευτερολέπτων. Οι υπερσύγχρονοι αυτοί πολυτομικοί τομογράφοι παρέχουν πλέον εξαιρετικά ευκρινείς εικόνες σε όργανα, όπως η καρδιά, αναίμακτα, δίνοντας εξαιρετικά ασφαλείς πληροφορίες για την κατάσταση των στεφανιαίων αγγείων, των αγγείων του εγκεφάλου, των αγγείων της κοιλιάς ως και των αγγείων των άνω και κάτω άκρων. Η δυνατότητα που παρέχουν τα εν λόγω μηχνήματα για ανασύνθεση των εικόνων σε τρία επίπεδα παρέχει στους κλινικούς γιατρούς εξαιρετικά χρήσιμες πληροφορίες ώστε να αποφασιστεί η καλύτερη δυνατή θεραπευτική αντιμετώπιση
  • Iδιαίτερη μνεία έγινε στην ψηφιακή μαστογραφία, η οποία λόγω της πολύ διακριτικής της ικανότητας δίνει τη δυνατότητα διάγνωσης μικρών αρχομένων νεοπλασιών εκ του μαστού οι οποίοι πλέον με την κατάλληλη αγωγή σήμερα θεωρούνται ιάσιμοι. Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί η χρησιμότητα της ευαισθητοποίησης του γυναικείου πληθυσμού της Ελλάδας στη χρησιμότητα του προληπτικού μαστογραφικού ελέγχου.
  • Έγινε εκτεταμένη αναφορά στις σύγχρονες εφαρμογές του μαγνητικού συντονισμού, που αφορούν κατά κύριο λόγο τις λειτουργικές δοκιμασίες (Functional MRI), οι οποίες αναδεικνύουν τη λειτουργική συμπεριφορά των παθολογικών εστιών ιδία εκ του κεντρικού νευρικού συστήματος που σχετίζονται με ψυχικά νοσήματα ή διαταραχές στη συμπεριφορά, όπως η νόσος του Alzheimer. Επίσης, αναλύθηκαν οι νεότατες εφαρμογές με χρήση υπερταχείων ακολουθιών οι οποίες περιορίζουν θεαματικά το χρόνο της εξέτασης και με τις οποίες επιτυγχάνεται η ανάδειξη παθολογικών εστιών εκ των διαφόρων οργάνων του ανθρωπίνου σώματος σε εξαιρετικά μικρούς χρόνους και οι οποίες βρίσκουν ευρεία εφαρμογή ιδία σε ογκολογικά περιστατικά.
  • Έγινε επίσης αναφορά στην ελληνική εμπειρία από τη χρήση του PΕT CT, μια μέθοδο που συνδυάζει τη γ κάμερα με τον πολυτομικό αξονικό τομογράφο, η οποία έχει ευρεία εφαρμογή στην ογκολογία. Με το PET CT δίνονται απαντήσεις για το αν υπάρχουν ενεργείς ή όχι εστίες από τα διάφορα όργανα του ανθρωπίνου σώματος οι οποίες δεν είναι πολλές φορές δυνατόν να καθοριστούν μόνο με τις άλλες διαγνωστικές μεθόδους.
  • Πολλές συνεδρίες του Ακτινολογικού Συνεδρίου ήταν αφιερωμένες στην επεμβατική ακτινολογία. Μεγάλος αριθμός Ελλήνων ακτινολόγων ασχολούνται πλέον με την επεμβατική ακτινολογία, τόσο σε δημόσια όσο και σε ιδιωτικά θεραπευτήρια, προσφέροντας πλέον θεραπευτικές λύσεις χωρίς μεγάλη επιβάρυνση του ασθενούς, περιορίζοντας θεαματικά την παραμονή στο νοσοκομείο και προσφέροντας θεραπεία σε καταστάσεις οι οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν ήταν δυνατόν να δοθεί χειρουργικά.
Μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε, σύμφωνα με τον κ. Στριγγάρη, ότι ο Έλληνας ασθενής βρίσκει πλέον στην Ελλάδα Έλληνες επεμβατιστές ακτινολόγους οι οποίοι διενεργούν όλες, ακόμη και τις πλέον σύγχρονες και πολύπλοκες επεμβατικές πρακτικές.
Μέσα από τις επιστημονικές δραστηριότητες του 17ου Πανελλήνιου Ακτινολογικού Συνεδρίου προκύπτει σαφώς ότι οι Έλληνες ακτινολόγοι διαθέτουν την απαραίτητη σύγχρονη τεχνολογία αλλά κυρίως την απαραίτητη γνώση και εμπειρία, ώστε να αξιοποιούν με το δυνατό καλύτερο τρόπο τα μέσα που τους παρέχονται, ώστε ο Έλληνας ασθενής να βρίσκει στον τόπο του την καλύτερη δυνατή διάγνωση και θεραπεία χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να καταφεύγει πλέον στο εξωτερικό.

Πηγή