Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακτινοσκόπηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακτινοσκόπηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Βαριούχο γεύμα


Είναι η εξέταση του οισοφάγου -στομάχου - δωδεκαδακτύλου με απλή και διπλή σκιαγράφηση κατόπιν χορηγήσεως ακτινοσκιερής ουσίας (βαρίου - γαστρογραφίνης). Η εξέταση γίνεται υπό ακτινοσκόπηση και σε ειδικές θέσεις του ασθενούς για να καλυφθούν όλα τα τμήματα του ανωτέρου πεπτικού.
Προετοιμασία
Κάθε ακτινολογικό εργαστήριο έχει εξατομικεύσει τις οδηγίες, στους προς εξέταση ασθενείς του, γι' αυτό θα πρέπει να επικοινωνεί ο εξεταζόμενος προηγουμένως με τον ακτινολόγο του.
Στο ακτινολογικό εργαστήριο του Π.Γ.Ν.Α. "Ο Ευαγγελισμός" η προετοιμασία είναι ως εξής:

Την προηγούμενη της εξέτασης: 

  • Το μεσημέρι ελαφρύ κανονικό γεύμα (π.χ. κρέας ή κοτόπουλο με πατάτες ή πιλάφι)
  • Το βράδυ ένα γάλα ή γιαούρτι
  • Μετά τα μεσάνυχτα της προηγούμενης ούτε νερό.
Την ημέρα της εξέτασης: 
  • Ουδέν από το στόμα 
  • Αποφυγή καπνίσματος
Παρατήρηση: Καλό θα ήταν η εξέταση να γίνει το πρωί, την ημέρα του ραντεβού.
Πηγή

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

ERCP (Ανιούσα Ενδοσκοπική Χολαγγειοπαγκρεατογραφία): ενδείξεις, αντενδείξεις, επιπλοκές

 Η ERCP είναι μια τεχνική που συνδυάζει τη χρήση της ενδοσκόπησης και ακτινοσκόπησης για τη διάγνωση και τη θεραπεία παθήσεων των χοληφόρων και του παγκρέατος. Η ERCP για πρώτη φορά περιγράφεται από τον McCune και συνεργάτες το 1968. Η τεχνολογική εξέλιξη της βίντεο-ενδοσκόπησης έχει βελτιώσει την απεικόνιση και την διαγνωστική και παρεμβατική ακρίβεια της εξέτασης, ενώ είναι πλέον δυνατή και η ψηφιοποίηση των ακτινολογικών και ενδοσκοπικών εικόνων. Επιλεκτικός καθετηριασμός του χοληδόχου πόρου είναι το πρώτο βήμα σε μια διαγνωστική και θεραπευτική διαδικασία. Έγχυση σκιαγραφικού καθιστά δυνατή την απεικόνιση των εξωηπατικών και ενδοηπατικών χοληφόρων καθώς και του παγκρεατικού πόρου.
Η ERCP χρησιμοποιείται κυρίως για τη διάγνωση και τη θεραπεία παθήσεων των χοληφόρων όπως χολόλιθοι, φλεγμονώδεις στενώσεις (ουλές), χολαγγειοκαρκίνωμα και παθήσεων του παγκρέατος όπως χρόνια παγκρεατίτιδα και νεοπλάσματα παγκρέατος. Η ERCP μπορεί να γίνει για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς λόγους, αν και η ανάπτυξη ασφαλέστερων και σχετικά μη επεμβατικών εξετάσεων, όπως η μαγνητική τομογραφία, η μαγνητική χολαγγειογραφία (MRCP) και ο ενδοσκοπικός υπέρηχος καθιστούν την ERCP πλέον χρήσιμη σχεδόν μόνο για θεραπευτικούς σκοπούς.
Διαγνωστικές ενδείξεις ERCP:
  • Aποφρακτικός ίκτερος
  • Χρόνια παγκρεατίτιδα - είναι πλέον αμφιλεγόμενη ένδειξη, λόγω της ευρείας διαθεσιμότητας ασφαλέστερων διαγνωστικών εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων ενδοσκοπικού υπερήχου, υψηλής ευκρίνειας αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία και MRCP
  • Χοληδοχολιθίαση
  • Χολάγγειο (Ca)
  • Υποψίες τραυματισμού χοληφόρων οδών, είτε ως αποτέλεσμα τραύματος ή ιατρογενής
  • Δυσλειτουργία του σφιγκτήρα του Oddi
  • Όγκοι του παγκρέατος δεν αποτελούν πλέον μια έγκυρη διαγνωστική ένδειξη για ERCP εφόσον δεν προκαλούν απόφραξη του χοληδόχου πόρου και ίκτερο. Ενδοσκοπική υπερηχογράφία αποτελεί μια ασφαλέστερη και ακριβέστερη διαγνωστική εναλλακτική λύση.
Θεραπευτικές ενδείξεις ERCP:
  • Ενδοσκοπική σφιγκτηροτομή (τόσο των χοληφόρων και του παγκρέατος)
  • Αφαίρεση λίθων
  • Εισαγωγή ενδοπρόσθεσης (stent)
  • Διαστολή των στενώσεων (π.χ. πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειίτιδα, στενώσεις μετά από μεταμόσχευση ήπατος)
Αντενδείξεις
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
  • Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Ιστορικό αλλεργίας σε σκιαγραφικό
  • Σοβαρή καρδιοπνευμονική νόσος
Διαδικασία
Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε ενδοσκοπική επέμβαση συνήθως λαμβάνουν καταστολή με ενδοφλέβια χορήγηση μιδαζολάμης, και προποφόλης ενώ σπανίως χρειάζεται γενική αναισθησία. Χρησιμοποιείται ειδικό πλάγιο δωδεκαδακτυλοσκόπιο ώστε να είναι ευχερής η επισκόπηση του φύματος Vater στη 2η μοίρα του δωδεκαδακτύλου και οι επεμβατικοί χειρισμοί. Το ενδοσκόπιο εισάγεται μέσω του στόματος, και του οισοφάγου, στο στομάχι, και μέσω του πυλωρού στο δωδεκαδάκτυλο όπου βρίσκεται το φύμα του Vater (η απόληξη του χοληδόχου πόρου και παγκρεατικού πόρου). Ο σφιγκτήρας του Oddi είναι μια μυϊκή βαλβίδα που ελέγχει το άνοιγμα του φύματος. Η περιοχή μπορεί να είναι άμεσα ορατή με το ενδοσκόπιο. Ένας πλαστικός καθετήρας εισάγεται μέσω του φύματος, και μετά από έγχυση σκιαγραφικού διαλύματος ελέγχεται ακτινοσκοπικά το χοληφόρο δέντρο ή/και ο παγκρεατικός πόρος. Με την ακτινοσκόπηση μπορούμε να διερευνήσουμε στενώσεις, αποφράξεις των χοληφόρων πόρων και του παγκρεατικού πόρου. Με κατάλληλους χειρισμούς μπορεί να γίνει σφιγκτηροτομή και διεύρυνση του φύματος, ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση στο χοληδόχο πόρο για αφαίρεση χολόλιθων, τοποθέτηση ενδοπροσθέσεων (stent) κλπ.
Επίσης είναι δυνατή η πρόσβαση στον παγκρεατικό πόρο και η τοποθέτηση stent.
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μία δεύτερη κάμερα μπορεί να τοποθετηθεί μέσα από το κανάλι του ενδοσκοπίου ώστε να έχουμε άμεση όραση του αυλού του χοληδόχου πόρου και δυνατότητα λήψης βιοψιών από συγκεκριμένες θέσεις (Cholangiopancreatoscopy DACP).
Επιπλοκές
Ο κυριότερος κίνδυνος είναι η ανάπτυξη παγκρεατίτιδας, η οποία μπορεί να παρουσιαστεί σε ποσοστό έως 5%. Η βαρύτητα της κυμαίνεται και σπάνια μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή του ατόμου. Ασθενείς που βρίσκονται σε πρόσθετο κίνδυνο για παγκρεατίτιδα είναι νέοι ασθενείς, ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό παγκρεατίτιδας και οι γυναίκες. Η συχνότητα παγκρεατίτιδας μετά από ERCP αυξάνεται σε περιπτώσεις καθετηριασμού και έγχυσης σκιαστικού στον παγκρατικό πόρο. Εμφανίζεται συχνότερα και σε ασθενείς με δυσλειτουργία του σφιγκτήρα του Oddi.
Διάτρηση του εντέρου μπορεί να προκληθεί κατά τη διάρκεια της σφιγκηροτομής κυρίως. Δεδομένου ότι η δεύτερη μοίρα του δωδεκαδακτύλου εντοπίζεται οπισθοπεριτοναϊκά, διατρήσεις λόγω σφιγκτηροτομής είναι οπισθοπεριτοναϊκές. Η σφιγκτηροτομή συνδέεται επίσης με τον κίνδυνο αιμορραγίας.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Οφέλη και κίνδυνοι από τις ακτινολογικές εξετάσεις

Εισαγωγή
Η χρήση των ακτινολογικών εξετάσεων στην ιατρική είναι απόλυτα αποδεκτή και δικαιολογείται σαφώς από τα πολλά και σημαντικά κλινικά οφέλη για τον ασθενή, τα οποία αντισταθμίζουν κατά πολύ το μικρό κίνδυνο από την ακτινοβολία. Ωστόσο όμως, όπως είναι γνωστό ακόμα και οι μικρές δόσεις ακτινοβολίας δεν είναι εντελώς ακίνδυνες. Επιπροσθέτως οι ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις είναι η κύρια πηγή έκθεσης του πληθυσμού από τις τεχνητές πηγές ακτινοβολίας και προσθέτουν περίπου ένα έκτο στη δόση της ακτινοβολίας που δέχεται ο πληθυσμός από το περιβάλλον.
Γενικά, ο πληθυσμός κάθε χώρας δεν μπορεί εύκολα να βρει πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους από ακτινοβολία κατά τις ιατρικές διαγνωστικές εξετάσεις. Ακόμα και οι ιατροί που παραπέμπουν τους ασθενείς για αυτές τις εξετάσεις όσο και οι ίδιοι οι ακτινολόγοι και οι τεχνολόγοι που τις εκτελούν δεν είναι πάντα καλά πληροφορημένοι σχετικά με αυτό το αντικείμενο.
Σε αυτήν την εργασία, περιγράφονται τα οφέλη αλλά και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις ακτινολογικές εξετάσεις με σκοπό όλοι οι ενδιαφερόμενοι, να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μία υπεύθυνη γνώση και γνώμη σχετικά με το αν οι συνήθως πολύ μικροί κίνδυνοι που σχετίζονται με αυτές τις ιατρικές διαγνωστικές εκθέσεις, σταθμίζονται από τα αναμενόμενα οφέλη που περιγράφονται από τον υπεύθυνο ιατρό.
Επίσης έγινε προσπάθεια να δοθούν νέες έννοιες όπως αυτή της βελτιστοποίησης των δόσεων και κυρίως στις πλέον ευαίσθητες ομάδες, έμβρυο και παιδιά, με την εισαγωγή των Διαγνωστικών Επιπέδων Αναφοράς, όπως αυτά εφαρμόζονται σύμφωνα με την νέα οδηγία 97/461EURATOM (Medical Exposure Directive ).
Δόθηκε επίσης μεγάλη προσοχή έτσι ώστε να αποφευχθούν κινδυνολογίες αλλά και να δοθεί στο αντικείμενο η πρέπουσα σημασία. Οι δόσεις, τα οφέλη και οι κίνδυνοι των ιατρικών πράξεων περιγράφονται έτσι ώστε να είναι κατανοητά τόσο από όλους τους ιατρούς όσο και από το ευρύ κοινό.
Επίπεδα Δόσεων και Κίνδυνος
Στις περισσότερες ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις, τα επίπεδα δόσεων διαφέρουν σημαντικά από νοσοκομείο σε νοσοκομείο από μηχάνημα σε μηχάνημα αλλά και από ασθενή σε ασθενή. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, η διακύμανση στη μέση δόση που λαμβάνει ένας ασθενής από μία συγκεκριμένη ακτινολογική εξέταση, εκτείνεται για τα διάφορα νοσοκομεία κατά ένα παράγοντα τέσσερα με επτά΄. Επίσης, η διακύμανση της μέσης δόσης μεταξύ διαφορετικών ασθενών μπορεί να προσθέσει έναν επιπλέον παράγοντα δύο με τρία. Συνεπώς δεν έχει νόημα να οριστούν με ακρίβεια «τυπικές» τιμές δόσεων για τις ακτινολογικές εξετάσεις. Στην εργασία αυτή έχει γίνει απλά ένας διαχωρισμός των εξετάσεων σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες των οποίων η τιμή της ενεργού δόσης κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα.
Συνήθως, το κοινό δεν είναι εξοικειωμένο με τις μονάδες ακτινοβολίας οπότε δεν υπάρχει λόγος να εκφραστούν τα επίπεδα έκθεσης μόνο σε millisievert ή να γίνει εκτενής αναφορά σε πολύπλοκες έννοιες όπως είναι η ενεργός δόση. Στην πράξη είναι πιο χρήσιμη η σύγκριση των ιατρικών εκθέσεων με καθημερινές εκθέσεις, π.χ. ως προς την ισοδύναμη περίοδο φυσικής ακτινοβολίας υποστρώματος,΄. Ουσιαστικά ως μέτρο σύγκρισης του κινδύνου από την ακτινοβολία εκφράζεται με την έννοια της ενεργού δόσης, αλλά αυτό που χρειάζεται να γνωρίζει το κοινό είναι ότι η τιμή του μέτρου της δόσης είναι αυτό που συνδέεται με το συνολικό κίνδυνο από ακτινοβολία.
Παρακάτω παρατίθεται πίνακας΄ με τις τιμές ενεργού δόσης που εκφράζουν και τον κίνδυνο για τις βασικές ακτινολογικές εξετάσεις και τις ραδιοϊσοτοπικές μελέτες κατά τη δεκαετία του 1990 στο Ηνωμένο Βασίλειο, συγκρίνονται δε με ισοδύναμο αριθμό ακτινογραφιών θώρακα και ισοδύναμη περίοδο ακτινοβολίας περιβάλλοντος.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΟΣΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΟ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΪΣΟΤΟΠΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990 ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Διαγνωστική μέθοδος
Χαρακτηριστική ενεργός δόση (mSv)
Ισοδύναμος αριθμός ακτινογραφιών θώρακα
Κατά προσέγγιση ισοδύναμη περίοδος φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος
Ακτινολογικές εξετάσεις
Άκρων και αρθρώσεων (εκτός από του ισχίου)
<0.01
<0.5
<1.5 ημέρα
Θώρακα (απλή οπισθοπρόσθια ακτινογραφία)
0.02
1
3 ημέρες
Κρανίου
0.07
3.5
11 ημέρες
Θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης
0.7
35
4 μήνες
Οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης
1.3
65
7 μήνες
Ισχίου
0.3
15
7 εβδομάδες
Πυέλου
0.7
35
4 μήνες
Κοιλία
1.0
50
6 μήνες
Ενδοφλέβιος πυελογραφία
2.5
125
14 μήνες
Βαριούχος κατάποση
1.5
75
8 μήνες
Βαριούχο γεύμα
3
150
16 μήνες
Βαριούχος διάβαση
3
150
16 μήνες
Βαριούχος υποκλυσμός
7
350
3.2 έτη
Υπολογιστική τομογραφία κεφαλής
2.3
115
1 έτος
Υπολογιστική τομογραφία θώρακα
8
400
3.6 έτη
Υπολογιστική τομογραφία κοιλίας - πυέλου
10
500
4.5 έτη
Ραδιοϊσοτοπικές Μελέτες
Πνευμονικός αερισμός (Xe-133)
0.3
15
7 εβδομάδες
Πνευμονική αιμάτωση Tc-99m
1
50
6 μήνες
Νεφρού Τc-99m
1
50
6 μήνες
Θυρεοειδούς αδένα Tc-99m
1
50
6 μήνες
Οστών Τc-99m
4
200
1.8 έτη
Δυναμική καρδιάς (κοιλιογραφία) (Tc-99m)
6
300
2.7 έτη
Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων κεφαλής (ΡΕΤ) (F-18 FDG)
5
250
2.3 έτη


* Μέση ακτινοβολία περιβάλλοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο= 2.2mSv ανά έτος: ο μέσος όρος των διαφόρων περιοχών κυμαίνεται από 1.5 έως 7.5 mSv ανά έτος.
Οι εξετάσεις χαμηλών δόσεων των άκρων και του θώρακα είναι οι πιο κοινές ακτινολογικές εξετάσεις, αλλά οι σχετικά σπάνιες εξετάσεις υψηλών δόσεων όπως η υπολογιστική τομογραφία σώματος και οι μελέτες βαρίου είναι οι κύριοι συντελεστές της συνολικής δόσης του πληθυσμού.
Οι δόσεις ορισμένων εξετάσεων υπολογιστικής τομογραφίας είναι ιδιαίτερα υψηλές, δεν παρουσιάζουν ενδείξεις μείωσης και η χρήση της υπολογιστικής τομογραφίας διαρκώς αυξάνεται. Η υπολογιστική τομογραφία πιθανόν να συνεισφέρει σήμερα κατά το ήμισυ περίπου στη συνολική δόση από όλες τις ακτινολογικές εξετάσεις. Επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντικό η παραπομπή ασθενών για εξέταση υπολογιστικής τομογραφίας να δικαιολογείται από κάθε άποψη και να υιοθετούνται τεχνικές που να περιορίζουν στο ελάχιστο τη δόση, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν θα υπάρχουν απώλειες στη συγκέντρωση των απαραιτήτων διαγνωστικών πληροφοριών. Πράγματι, ορισμένες αρχές υπολογίζουν ότι ο επιπλέον κίνδυνος για θανατηφόρο καρκίνο από μία εξέταση κοιλιακής υπολογιστικής τομογραφίας σε έναν ενήλικα είναι περίπου 1 στις 2000 αρκετά μεγαλύτερη σε σύγκριση με τον κίνδυνο από μία ακτινογραφία θώρακα που είναι 1 στο εκατομμύριο. Ωστόσο ο επιπλέον αυτός κίνδυνος είναι πολύ μικρότερος σε σύγκριση με τον πολύ μεγαλύτερο συνολικό κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου (περίπου 1 στις 3) και επιπροσθέτως ο επιπλέον κίνδυνος αντισταθμίζεται με το παραπάνω από τα οφέλη που αποκομίζονται από την εξέταση της υπολογιστικής τομογραφίας.
Στη συνέχεια τόσο οι ακτινολογικές εξετάσεις όσο και οι διαγνωστικές ραδιοϊσοτοπικές μελέτες κατατάσσονται σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες στις οποίες η τιμή ενεργού δόσης κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα. Η εκτίμηση της δόσης έγινε σύμφωνα με το NRPB μέχρι τα τέλη του 19952. Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθεται η κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές και εκτός από τη ενεργό δόση η αντίστοιχη ισοδύναμη περίοδος φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος καθώς και ο επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ανά εξέταση.


Επίπεδα κινδύνου για τις συνηθέστερες Ακτινολογικές εξετάσεις και Ραδιοϊσοτοπικά σπινθηρογραφήματα
Είδος εξέτασης (ακτινολογική εξέταση ή σπινθηρογράφημα)
Ισοδύναμη Περίοδος φυσικής ακτινοβολίας υποστρώματος.
Επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ανά εξέταση*
  • Θώρακα
  • Οδόντες
  • Βραχίονας και κνήμη
  • Ανω και κάτω άκρα
Λίγες μέρες
Αμελητέος κίνδυνος . Λιγότερο από 1 στο 1.000.000
  • Κρανίο
  • Κεφαλή
  • Λαιμός
Λίγες εβδομάδες
Ελάχιστος κίνδυνος . 1 στο 1.000.000 έως 1 στο 100.000
  • Μαστός (μαστογραφία)
  • Ισχίο
  • Κοιλία
  • Πύελος
  • Αξονική τομογραφία CT εγκεφάλου
  • Σπινθηρογράφημα πνευμόνων
  • Σπινθηρογράφημα νεφρών
Λίγοι μήνες έως ένα έτος
Πολύ χαμηλός κίνδυνός . 1 στο 100.000 έως 1 στο 10.000
  • Ενδοφλέβια ουρογραφία (IVU)
  • Στομάχι-βαριούχο γεύμα
  • Βαριούχος υποκλυσμός
  • Αξονική τομογραφία (CT) θώρακα
  • Αξονική τομογραφία (CT) κοιλίας.
  • Σπινθηρογράφημα οστών
  • Ραδιοισοτ. κοιλιογραφία
  • Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ) εγκεφάλου
Λίγα χρόνια
Χαμηλός κίνδυνος . 1 στο 10.000 έως 1 στο 1000
* Αυτά τα επίπεδα κινδύνου αποτελούν ένα πολύ μικρό επιπρόσθετο κίνδυνο σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα πιθανότητα καρκινογένεσης περίπου 1 στις 3.


Πως συνδέονται οι παράγοντες κινδύνου;
Αρχικά, για να παρουσιαστεί μία ισορροπημένη άποψη και να αποφευχθούν παρεξηγήσεις είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαριστούν ποια είναι αλλά και ποια δεν είναι τα αποτελέσματα της ακτινοβολίας για τα επίπεδα δόσης που συναντώνται στη διαγνωστική ακτινολογία.
Στην τελευταία στήλη του προηγούμενου πίνακα παρουσιάστηκαν ποσοτικές εκτιμήσεις της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου μετά την έκθεση. Βέβαια αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη διακύμανση στις δόσεις των ασθενών αλλά και οι σημαντικές αβεβαιότητες στις τιμές των συντελεστών κινδύνου από ακτινοβολία, ειδικά όταν υπολογίζονται κατά άτομο, μπορεί να γίνει μόνο μία γενική εκτίμηση του κινδύνου. Για τον υπολογισμό του κινδύνου σε κάθε ακτινολογική εξέταση χρησιμοποιήθηκε ο ονομαστικός συντελεστής πιθανότητας θανατηφόρου καρκίνου λόγω έκθεσης σε ακτινοβολία του ICRP, υπολογισμένος για όλο τον πληθυσμό (5% ανά Sievert) 5 . ΄Όπως προαναφέρθηκε οι εξετάσεις χωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες των οποίων η ενεργός δόση κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα. Οπότε και ο ενδεικτικός κίνδυνος για κάθε κατηγορία κυμαίνεται επίσης κατά τον ίδιο παράγοντα . Τα όρια μεταξύ των επιπέδων κινδύνου για τις διάφορες κατηγορίες έχουν επιλεγεί έτσι ώστε να είναι ακέραια πολλαπλάσια του δέκα.
Επίσης, επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος από ακτινοβολία είναι πολύ χαμηλότερος για τους πιο ηλικιωμένους ανθρώπους, οι οποίοι υφίστανται στην πλειονότητα των ακτινολογικών εξετάσεων, καθώς ο εναπομένων χρόνος για την εμφάνιση καρκίνου είναι αρκετά μικρότερος. Αντιστρόφως οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για τα παιδιά (3 φορές ) γι αυτό και πρέπει να δίνεται σε αυτά μεγαλύτερη σημασία στην αιτιολόγηση αλλά και στη βελτιστοποίηση των ιατρικών εκθέσεων.
Οι ακτίνες Χ λοιπόν πόσο ασφαλείς είναι; Οι ακτινολογικές πράξεις θεωρούνται γενικά ΄ασφαλείς΄, όταν ο κίνδυνος να συμβεί κάτι δυσάρεστο πέφτει κάτω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Στην εργασία επισημαίνεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν υπερβολικά ασφαλείς τις πράξεις που συνδέονται με κίνδυνο κάτω από 1 στο 1.000.000 (κατηγορία αμελητέου κινδύνου). Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι απλές ακτινογραφικές εξετάσεις θώρακα, δοντιών και άκρων. Οι πιο πολύπλοκες εξετάσεις συνδέονται με ΄ελάχιστο΄, ΄πολύ χαμηλό΄ ή ΄χαμηλό΄ κίνδυνο. Η αποδοχή οποιουδήποτε από τα παραπάνω επίπεδα κινδύνου από ένα άτομο εξαρτάται από το αναμενόμενο προσωπικό όφελος της πράξης. Το όφελος μιας ακτινολογικής εξέτασης που οδηγεί σε σωστή διάγνωση και κατ΄ επέκταση σε σωστή θεραπεία σταθμίζει πάντα αυτούς τους σχετικά χαμηλούς κινδύνους. Οι εξετάσεις υψηλότερης δόσης (που ανήκουν στην κατηγορία `χαμηλού κινδύνου΄) χρησιμοποιούνται λογικά για τη διάγνωση πιο σοβαρών περιπτώσεων όπου το αναμενόμενο όφελος είναι ακόμα μεγαλύτερο.
Για να δοθεί ακόμα μία πιο ευρεία οπτική του προβλήματος , συγκρίθηκαν οι κίνδυνοι από τις ιατρικές εκθέσεις με άλλους πιο οικείους κινδύνους της καθημερινής ζωής κατά τις επαγγελματικές μας ή άλλες δραστηριότητες.
Η πιθανότητα π.χ. να χάσει τη ζωή της μία νοικοκυρά μέσα σε ένα χρόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της είναι αρκετά μικρή 1 στις 100.000, ενώ αντίστοιχα ενός αγρότη 1 στις 9.000. Αντίθετα ο κίνδυνος για έναν μοτοσυκλετιστή είναι αρκετά υψηλός 1 στις 500 ανά έτος ένας δε καπνιστής (20 τσιγάρα ανά ημέρα) αυξάνει τον κίνδυνο για τη ζωή του κατά 1 στις 200.
Στη συνέχεια μετά την εκτίμηση των κινδύνων από τις επιμέρους εξετάσεις γίνεται μία σύνοψη των κύριων σημείων όπως αυτή που ακολουθεί.
  • Στα ακτινολογικά εργαστήρια πρέπει να γίνεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση της δόσης ακτινοβολίας με τη χρήση, όπου είναι δυνατόν, μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών όπως οι υπέρηχοι και το MRΙ.
  • Οι δόσεις ακτινοβολίας από τις ακτινολογικές εξετάσεις καθώς και από τα σπινθηρογραφήματα ισοτόπων είναι πολύ μικρές σε σχέση με αυτές που λαμβάνουμε από τη συνολική φυσική ακτινοβολία υποστρώματος και κυμαίνονται από ισοδύναμη περίοδο λίγων ημερών έως λίγων ετών.
  • Οι κίνδυνοι στην υγεία από αυτές τις δόσεις είναι πολύ χαμηλοί σε σχέση με τον ήδη υπάρχοντα κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου (25-30%), αλλά δεν είναι τελείως αμελητέοι για τις διαδικασίες που περιλαμβάνουν εξετάσεις ακτινοσκόπησης ή αξονικής τομογραφίας (CT).
  • Πρέπει πάντα ο ασθενής να πληροφορεί τον υπεύθυνο ιατρό του για άλλες πρόσφατες ακτινογραφίες ή σπινθηρογραφήματα ώστε να αποφευχθεί αναίτια ακτινοβόλησή του.
  • Οι κίνδυνοι είναι μικρότεροι (5-10 φορές) για πιο ηλικιωμένους ανθρώπους και λίγο μεγαλύτεροι (3 φορές) για έμβρυα και μικρά παιδιά. Οπότε πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σε εξετάσεις παιδιών και εγκύων .
  • Πρέπει επίσης να γίνει γνωστή η αναγκαιότητα της εξέτασης και ότι αν αυτή δεν πραγματοποιηθεί ενώ είναι απαραίτητη, ο κίνδυνος στην υγεία του ασθενούς θα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της ίδιας της ακτινοβολίας.
Βελτιστοποίηση της ακτινοβολίας - Ελαχιστοποίηση του κινδύνου
Η χρήση ακτινολογικών εξετάσεων είναι αποδεκτή στην ιατρική και δικαιολογείται από τα σαφή κλινικά οφέλη για τον ασθενή τα οποία αντισταθμίζουν κατά πολύ το μικρό κίνδυνο από την ακτινοβολία θα πρέπει όμως να ακολουθούνται οι δύο βασικές αρχές της ακτινοπροστασίας αυτή της αιτιολόγησης καθώς και της βελτιστοποίησης.
Η οδηγία 97/43/1997 (Medical Exposure Directive, MED) 8 της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί από όλους τους ενδιαφερόμενους να μειώσουν την άσκοπη έκθεση των ασθενών στην ακτινοβολία. Οι αρμόδιοι οργανισμοί και τα άτομα που χρησιμοποιούν ιοντίζουσα ακτινοβολία πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανονισμούς αυτούς. Ένας σημαντικός τρόπος μείωσης της δόσης ακτινοβολίας είναι να αποφεύγεται η διεξαγωγή περιττών εξετάσεων (ιδίως επαναληπτικών εξετάσεων). Η ενεργός δόση μίας ακτινολογικής εξέτασης είναι το άθροισμα των δόσεων των επιμέρους ιστών ή οργάνων, σταθμισμένο ως προς την ακτινοευαισθησία του καθενός για την εμφάνιση καρκίνου ή την πρόκληση σοβαρών κληρονομήσιμων αποτελεσμάτων.
Επίσης ένα άλλο εργαλείο της αρχής της βελτιστοποίησης όπως ορίζεται στην παραπάνω οδηγία είναι ο ορισμός διαγνωστικών επιπέδων αναφοράς (ΔΕΑ), τα οποία είναι επίπεδα δόσης για εξετάσεις ομάδων ασθενών τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνονται συστηματικά κατά τις τυπικές διαδικασίες (ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις) όταν εφαρμόζεται η ορθή πρακτική όσον αφορά τη διάγνωση. Γενικά ως ΔΕΑ προτείνεται να χρησιμοποιείται από τη Ευρωπαϊκή Ένωση το επίπεδο δόσης ασθενών το οποίο δεν υπερβαίνουν κατά τις εξετάσεις τους το 75% των εργαστηρίων σε συνολική κλίμακα (Δημοσίων και Ιδιωτικών). Το όριο αυτό αναφέρεται ως τρίτο τεταρτημόριο (third quartile) της συνολικής κατανομής των δόσεων.
Οι χαρακτηριστικές ενεργοί δόσεις για τις πιο κοινές διαγνωστικές ακτινογραφίες διαφέρουν κατά ένα παράγοντα περίπου ίσο με το 1000 και κυμαίνονται από δόσεις που ισοδυναμούν με μία-δύο ημέρες φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος (0,02 mSv για την ακτινογραφία θώρακα) έως 4,5 έτη (π.χ. για την υπολογιστική τομογραφία κοιλίας). Ωστόσο, υπάρχει σημαντική διαφορά στην ακτινοβολία περιβάλλοντος μεταξύ και εντός των διαφόρων χωρών. Οι δόσεις των συνηθισμένων ακτινολογικών εξετάσεων βασίζονται σε αποτελέσματα που συγκεντρώθηκαν από μετρήσεις των δόσεων που δέχθηκαν οι ασθενείς, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε 380 νοσοκομεία σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο από το 1990 έως το 1995. Αυτές είναι χαμηλότερες από εκείνες που αναφέρονταν σε προηγούμενες μελέτες οι οποίες βασίζονταν σε δεδομένα από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, υποδεικνύοντας μία ικανοποιητική τάση για μεγαλύτερη προστασία του ασθενή η οποία οφείλεται κυρίως τόσο στη πρόοδο της βιοϊατρικής τεχνολογίας όσο και σε αυστηρότερα προγράμματα ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόσθηκαν.
Μία άλλη περίπτωση όπου πρέπει να αποφεύγεται η ακτινοβόληση, όταν είναι δυνατόν, είναι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της γυναίκας. Εδώ ο στοχαστικός κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου για το νεογέννητο παιδί κατά τη παιδική ηλικία ή την υπόλοιπη ζωή του είναι κατά 3 φορές μεγαλύτερος από αυτόν του κοινού πληθυσμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις η γυναίκα ασθενής δεν υποπτεύεται την εγκυμοσύνη της γι' αυτό θα πρέπει να ερωτάται γι' αυτό πριν από κάθε εξέταση με ιοντίζουσα ακτινοβολία. Την κύρια ευθύνη για τη διαδικασία αυτή την έχει ο παραπέμπον ιατρός.
Εάν δεν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί κανονικά , εάν όμως η ασθενής είναι σίγουρα ή πιθανώς έγκυος (δηλαδή έχει καθυστερήσει η εμμηνόρροια) η αιτιολόγηση της προτεινόμενης εξέτασης πρέπει να επανεξεταστεί από τον ακτινολόγο και τον παραπέμποντα ιατρό και να αποφασισθεί εάν η εξέταση θα αναβληθεί για μετά τον τοκετό ή ως την επόμενη εμμηνόρροια. Ωστόσο, μία αγωγή που έχει κλινικό όφελος για τη μητέρα μπορεί να έχει έμμεσο όφελος και για το αγέννητο παιδί της οπότε εάν αυτή η απαραίτητη αγωγή καθυστερήσει έως την ολοκλήρωση της κύησης ενδέχεται να αυξηθεί ο κίνδυνος για το έμβρυο καθώς και για τη μητέρα.
Στη περίπτωση που ο ακτινολόγος και ο παραπέμπων ιατρός συμφωνούν ότι η ακτινοβόληση της μήτρας της εγκύου ή πιθανώς εγκύου δικαιολογείται από κλινική άποψη, η απόφαση αυτή πρέπει να καταγράφεται. Στη συνέχεια ο ακτινολόγος πρέπει να εξασφαλίσει την απόκτηση των απαραίτητων διαγνωστικών πληροφοριών, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η έκθεση της ασθενούς θα περιορισθεί στο ελάχιστο.
Στη περίπτωση όμως που το έμβρυο εκτεθεί ακούσια στην ακτινοβολία, παρά τα παραπάνω μέτρα, ο μικρός κίνδυνος που συνεπάγεται από αυτή την έκθεση γα το έμβρυο δεν δικαιολογεί, ακόμη και αν οι δόσεις ήταν υψηλές, τον πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο των επεμβατικών διαγνωστικών μεθόδων για το έμβρυο (πχ. αμνιοκέντηση) ή από εκείνο της διακοπής της κύησης . Εάν συμβεί μια τέτοια ακούσια έκθεση, θα πρέπει να γίνει ακριβής υπολογισμός της δόσης στο έμβρυο, ατομική αξιολόγηση του κινδύνου και τα αποτελέσματα να συζητηθούν με τον ασθενή.
Πηγή

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Φυσική της απεικόνισης στην ιατρική - Τεχνικές απεικόνισης


1. Τεχνικές Απεικόνισης
Για την ιατρική απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος πρέπει να δαπανηθεί κάποια μορφή ενέργειας. Ειδικά για την απεικόνιση στην Ακτινολογία, η ενέργεια που θα καταναλωθεί για να παραχθεί η εικόνα, θα πρέπει να μπορεί να διεισδύει στους ιστούς, Το ορατό φως δεν είναι διεισδυτικό και έχει εφαρμογές στη δερματολογία, γαστρεντερολογία, γυναικολογία με την ενδοσκοπία και στην παθολογία με το μικροσκόπιο ορατού φωτός. Φυσικά σε όλες τις ιατρικές ειδικότητες γίνεται χρήση οπτικής παρατήρησης, αλλά κυρίως στο στάδιο της τελικής παρουσίασης. 

Στη διαγνωστική ακτινολογία βρίσκουν εφαρμογή μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος εκτός της ορατής περιοχής. Η απεικόνιση με ακτίνες Χ εμπεριέχεται στην Ακτινογραφία, την Ακτινοσκόπηση, την Ακτινογράφηση, τη Μαστογραφία και την Υπολογιστική Τομογραφία. Η απεικόνιση του Μαγνητικού Συντονισμού εκμεταλλεύεται τις ιδιότητες άλλης περιοχής του Ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Ξεχωριστή περιοχή (ακτίνες γ) δουλεύεται και από την Πυρηνική Ιατρική (που παράλληλα χρησιμοποιεί και τις σωματιδιακές ακτινοβολίες  α και β). Εκτός ηλεκτρομαγνητικού φάσματος βρίσκεται η απεικόνιση με υπέρηχους, η οποία χρησιμοποιεί τη μηχανική ενέργεια των ηχητικών κυμάτων υψηλής συχνότητας. 
Με την εξαίρεση της Πυρηνικής Ιατρικής, η Ιατρική Απεικόνιση απαιτεί η χρησιμοποιούμενη ενέργεια να διεισδύει  στους ιστούς του σώματος και να αλληλεπιδρά μαζί τους. Εάν η ενέργεια περνούσε μέσα από το σώμα χωρίς να αλληλεπιδράσει μαζί του (με απορρόφηση, εξασθένιση ή σκέδαση), τότε η ανιχνευόμενη – εξερχόμενη ενέργεια δεν θα περιείχε καμία χρήσιμη πληροφορία για τη διάγνωση και βεβαίως δεν θα ήταν δυνατή η δημιουργία εικόνας της εσωτερικής ανατομίας ή λειτουργικότητας. Το ίδιο ισχύει και στην Απεικόνιση της Πυρηνικής Ιατρικής, με τη διαφορά ότι τα ραδιοφάρμακα (οι ουσίες που εκπέμπουν την ενέργεια) τοποθετούνται μέσα στο σώμα (με ένεση ή με κατάποση) και μεταβολίζονται ακολουθώντας φυσιολογικές διεργασίες. Η εικόνα της Πυρηνικής Ιατρικής δίνει δηλαδή πληροφορίες για το μεταβολισμό συγκεκριμένων ουσιών, την πορεία τους και την εναπόθεσή τους στον ιστό-στόχο. 
Η διαγνωστική αξία μιας ιατρικής απεικόνισης βασίζεται αφενός στην ποιότητα της εικόνας και αφετέρου στις συνθήκες δημιουργίας της. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι δύο αυτοί παράγοντες είναι αντικρουόμενοι. Πχ. Στην Ακτινολογία, όσο καθαρότερη είναι η εικόνα, τόσο περισσότερο ο ασθενής επιβαρύνεται με ακτινοβολία, στην απεικόνιση με Πυρηνικό Μαγνητικό Συντονισμό η διάρκεια της εξέτασης μεγαλώνει και στους Υπέρηχους απαιτείται μεγάλη ισχύς. 
Επειδή η άνεση και κυρίως η ασφάλεια του ασθενή είναι βασικοί παράγοντες, η ποιότητα της τελικής εικόνας δεν είναι βέλτιστη. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναζητείται  η καλύτερη ισορροπία. 
1.1 Ακτινογραφία (Radiography)
Η ακτινογραφία ήταν η πρώτη ιατρική απεικόνιση και βασίστηκε στην ανακάλυψη των ακτίνων Χ από τον Roentgen το 1895. Η ακτινογραφία ήταν επί χρόνια το μόνο αντικείμενο της ακτινολογίας και με αυτήν αναπτύχθηκε ο κλάδος των ακτινολόγων που ξεκίνησε ως ειδικότητα της παθολογίας με στόχο την “αποκωδικοποίηση” των ιατρικών εικόνων. 
Η ακτινογραφία λαμβάνεται με τη συνεργασία δύο μηχανικών συγκροτημάτων. Το ένα είναι η πηγή-λυχνία των ακτίνων Χ και τοποθετείται στη μία πλευρά του εξεταζόμενου και το δεύτερο είναι η ανιχνευτική συσκευή που τοποθετείται στην πίσω πλευρά του εξεταζόμενου.
Η λυχνία εκπέμπει ένα σύντομο παλμό (συνήθως μισού δευτερολέπτου) ακτίνων Χ, μεγάλο μέρος των οποίων αλληλεπιδρά με το σώμα  του εξεταζομένου. Όσες ακτίνες δεν απορροφηθούν, «συλλαμβάνονται» από το ανιχνευτικό σύστημα μετά την έξοδό τους από το σώμα του εξεταζόμενου.
Οι εξερχόμενες ακτίνες καταλήγουν στην ειδική επιφάνεια του ανιχνευτή, όπου και σχηματίζεται η εικόνα του εσωτερικού του σώματος του εξεταζομένου. Η αρχική ομοιογένεια των ακτίνων επηρεάζεται και διαμορφώνεται - καθώς οι ακτίνες διαπερνούν τους ιστούς και εξασθενίζουν (με απορρόφηση και σκεδασμό) -  ανάλογα με το είδος και την πυκνότητα των ιστών που παρεμβλήθηκαν. 
Η ικανότητα και το ποσοστό εξασθένισης της δέσμης από τα οστά είναι διαφορετικό από αυτό των μαλακών ιστών και ακόμη πιο διαφορετικό από αυτό των κοιλοτήτων με αέρα που τυχόν παρεμβάλλονται στην πορεία των ακτίνων. Η τελική εικόνα είναι ουσιαστικά η καταγραφή της διαμορφωμένης εξερχόμενης από το σώμα δέσμης ακτίνων Χ. 
Ο ανιχνευτής της ακτινογραφίας μπορεί να είναι ένα ακτινογραφικό φιλμ ή μια ηλεκτρονική συσκευή (screen-film radiography) ή σύστημα ψηφιακής ακτινογραφίας.
Η απλή ακτινογραφία είναι μια απεικόνιση διέλευσης (transmission imaging), όπως και απεικόνιση προβολής (projection imaging), εφόσον κάθε ευθεία γραμμή (η πορεία των φωτονίων μέσα στο σώμα) αντιστοιχεί σε μία κουκίδα στην τελική εικόνα.
1.2 Ακτινοσκόπηση (Fluoroscopy)
Αναφέρεται σε συνεχή λήψη  μιας σειράς ακτινογραφιών σε σχέση με το χρόνο. Ουσιαστικά είναι μια κινηματογράφηση του εξεταζόμενου με ακτίνες Χ. Όπως και η απλή ακτινογραφία, η ακτινοσκόπηση είναι επίσης απεικόνιση διέλευσης και προβολής, αλλά  σε πραγματικό χρόνο. Ο ανιχνευτής της ακτινοσκόπησης πρέπει να μπορεί να δημιουργεί τις εικόνες με γρήγορο ρυθμό. 
Η ακτινοσκόπηση βοηθά τον επεμβατιστή ιατρό (α) να τοποθετεί καθετήρες στις αρτηρίες, (β) να απεικονίζει την ουσία αντίθεσης (contrast agents) που έχει χορηγηθεί π.χ. στο έντερο, (γ) να παρακολουθεί ανατομικές κινήσεις π.χ. της καρδιάς ή του οισοφάγου και (δ) σε εφαρμογές επεμβατικής θεραπείας, όπως η αγγειοπλαστική, όπου ο χειριστής πρέπει να έχει συνεχή εικόνα του αποτελέσματος των χειρισμών του. 
1.3 Μαστογραφία (Mammography)
Η μαστογραφία είναι ακτινογραφία του μαστού, με κύριο χαρακτηριστικό την πολύ μικρότερη ενέργεια των χρησιμοποιούμενων ακτίνων Χ. Αυτός είναι ο λόγος που για τη μαστογραφία έχει σχεδιαστεί ειδικός εξοπλισμός και για τη λυχνία, αλλά κυρίως για τον ανιχνευτή. Η μαστογραφία συνιστάται είτε σε ασυμπτωματικές γυναίκες με στόχο την έγκαιρη ανίχνευση κακοήθων εστιών στο μαστό, είτε σε γυναίκες για διερεύνηση συμπτωμάτων που έχουν ήδη εμφανισθεί.
1.4 Υπολογιστική Τομογραφία (CT Computed Tomography)
Η κλινική Υπολογιστική Τομογραφία εφαρμόστηκε στην αρχή της δεκαετίας του 1970. Είναι η πρώτη μέθοδος ιατρικής απεικόνισης που έγινε δυνατή με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η εικόνα της Υπολογιστικής Τομογραφίας (Υ.Τ.) παράγεται με ακτίνες Χ που διαπερνούν το σώμα του εξεταζόμενου υπό πολλές διαδοχικές γωνίες πρόσπτωσης και ξεκινούν από λυχνία που περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του εξεταζόμενου. Μια ή περισσότερες σειρές ανιχνευτών βρίσκονται συνεχώς απέναντι από τη λυχνία και συγκεντρώνουν τα δεδομένα των εξερχόμενων ακτίνων.  Ο υπολογιστής έχει προγραμματιστεί να συλλέγει και επεξεργάζεται μεγάλο πλήθος πληροφοριών και συνθέτει την εικόνα μιας τομής του εξεταζόμενου σώματος (κάθετης στον άξονα περιστροφής της λυχνίας) ανά περιστροφή. Η τομογραφική τεχνική διαφέρει από την τεχνική προβολής (διέλευσης) και πλεονεκτεί στη δυνατότητά της να απεικονίζει την ανατομία της τομής, αποφεύγοντας την «ενοχλητική» παρουσία της προβολής στην ίδια εικόνα των υπερ- ή/και υπο-κείμενων ιστών. 
Η Υ.Τ. άλλαξε την πάγια τακτική της μέχρι τότε ιατρικής, μειώνοντας την ανάγκη “ανιχνευτικής” χειρουργικής. Δηλαδή η Υ.Τ. προσφέρει τη δυνατότητα εντοπισμού και απεικόνισης π.χ. εσωτερικού μορφώματος και, αν θεωρηθεί απαραίτητη, μπορεί να ακολουθήσει χειρουργική επέμβαση,. Οι σύγχρονοι CT σαρωτές μπορούν να απεικονίσουν συνεχείς διαδοχικές τομές πάχους π.χ. 5 mm, μιας περιοχής του σώματος μήκους π.χ. 30 cm (δηλαδή 60 εικόνες) σε 10 δευτερόλεπτα. Σε αυτές τις εικόνες θα φανεί (αν υπάρχει) η παρουσία καρκίνου, η μετάπτωση ενδοσπονδύλιου δίσκου, το αιμάτωμα, το ανεύρυσμα κ.α. 
1.5 Απεικόνιση Πυρηνικής Ιατρικής 
Η Πυρηνική Ιατρική χρησιμοποιεί τα ραδιοϊσότοπα, με τη μορφή ραδιοφαρμάκων, που χορηγούνται στον εξεταζόμενο με κατάποση, με ένεση ή με εισπνοή. Το ραδιοφάρμακο διαχέεται στο σώμα σύμφωνα με την κατάσταση του οργανισμού εκείνη τη στιγμή, αλλά και σύμφωνα με τους νόμους του μεταβολισμού. Κατάλληλα τοποθετημένος εξωτερικός ανιχνευτής (γ camera) συλλέγει την εκπεμπόμενη ακτινοβολία (που παράγεται κατά την αποδιέγερση του ραδιοϊσοτόπου) που διαπερνά το σώμα του εξεταζόμενου και δημιουργεί εικόνες προβολής (ημι-διέλευσης).
Η απεικόνιση της Πυρηνικής Ιατρικής είναι εκπομπής (emission) και όχι διέλευσης, εφόσον το ραδιοφάρμακο εκπέμπει την ενέργεια του μέσα από το εσωτερικό του σώματος του εξεταζόμενου. 
Η απεικόνιση της Πυρηνικής Ιατρικής είναι μορφή λειτουργικής απεικόνισης, επειδή παρέχει πληροφορίες της λειτουργικής κατάστασης του εξεταζόμενου. Π.χ. το χημικό στοιχείο θάλλιο έχει την τάση να συγκεντρώνεται στο μυοκάρδιο, αλλά δεν συγκεντρώνεται σε ισχαιμικές ή εμφραγματικές περιοχές του μυοκαρδίου. Έτσι αυτές οι περιοχές εμφανίζονται στην τελική εικόνα (μετά τη χορήγηση ραδιενεργού θαλλίου) ως ψυχρές και είναι ενδεικτικές της λειτουργικής κατάστασης του μυοκαρδίου. Το χημικό στοιχείο ιώδιο, επιλέγει και συγκεντρώνεται στον ιστό του θυρεοειδούς, επομένως το ραδιενεργό ιώδιο είναι κατάλληλο για να παραχθεί εικόνα  εκπομπής του ίδιου του θυρεοειδούς, όπως και περιοχών του σώματος με τυχόν μετάσταση του καρκίνου του θυρεοειδούς. 
Η απεικόνιση της Πυρηνικής Ιατρικής μπορεί να είναι είτε επίπεδη είτε τομογραφική. Η επίπεδη είναι εικόνα προβολής και ουσιαστικά πρόκειται για “χαρτογράφηση” δύο διαστάσεων της κατανομής του ραδιοφαρμάκου. Η τομογραφική (single photon emission computed tomography – SPECT) απεικονίζει τις πληροφορίες που εμπεριέχονται στις ακτίνες γ (συνήθως) που πηγάζουν από το σώμα του εξεταζόμενου (στις περιοχές που είναι συγκεντρωμένο το ραδιοφάρμακο) και πορεύονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ανιχνευτές της SPECT δημιουργούν (ανακατασκευάζουν) εικόνες τομών του σώματος με τη λογική της υπολογιστικής τομογραφίας και δίνουν τρισδιάστατη απεικόνιση της κατανομής του ραδιοφαρμάκου στο εσωτερικό του, προσφέροντας στον ιατρό πληροφορίες για τη λειτουργία οργάνων και ιστών. 
Η τομογραφική απεικόνιση της Πυρηνικής Ιατρικής, εκτός από SPECT, μπορεί να είναι και PET (positron emission tomography – ποζιτρονιακή απεικόνιση). Η PET  εκμεταλλεύεται το φαινόμενο της εκπομπής ποζιτρονίων, ενός από τους τρόπους ραδιενεργού διάσπασης, που συνοδεύεται αναπόφευκτα από το φαινόμενο της εξαϋλωσης, δηλαδή της ταυτόχρονης εκπομπής ενός ζεύγους φωτονίων γ, πορευομένων προς ακριβώς αντίθετες κατευθύνσεις. Ραδιοφάρμακα όπως το FDG (18F-fluorodeoxyglucose) εκπέμπουν καταρχήν τα ποζιτρόνια και τα 2 φωτόνια που αμέσως μετά δημιουργούνται, καταγράφονται από ειδικούς ανιχνευτές που εν είδει δακτυλίου περιβάλλουν το ανθρώπινο σώμα. Η πληροφορία κάθε κρούσης στον ανιχνευτή αξιολογείται μόνον όταν η κρούση αυτή είναι ταυτόχρονη σε δύο ανιχνευτές του δακτυλίου, εκ διαμέτρου αντίθετους. 
Το ΡΕΤ  με τη βοήθεια ισχυρού υπολογιστή, δίνει επομένως τρισδιάστατη εικόνα (σε τομές) της κατανομής του ραδιοφαρμάκου στο εσωτερικό του σώματος, με πολύ λιγότερο “ηλεκτρονικό θόρυβο” από τις άλλες τομογραφικές τεχνικές, επειδή είναι «επιλεκτική» μέθοδος. Όμως είναι ένα πολύπλοκο εργαλείο υψηλής δαπάνης, όχι μόνον εξαιτίας του πιο περίπλοκου ανιχνευτικού συστήματος, αλλά και επειδή συνοδεύεται αναγκαστικά από συστήματα παραγωγής των συγκεκριμένων βραχύβιων ραδιοϊσοτόπων εκπομπής ποζιτρονίων, όπως άνθρακα, οξυγόνου ή φθορίου, τα οποία ενδιαφέρουν πολύ από την άποψη της φυσιολογίας, καθώς εμπλέκονται άμεσα σε μεγάλο αριθμό βιοχημικών διεργασιών του ανθρώπινου σώματος. Π.χ. το 18FDG εναποτίθεται σε ιστούς με υψηλό ρυθμό μεταβολισμού της γλυκόζης, όπως ο καρκίνος και οι μεταστάσεις του. 
1.6 Απεικόνιση Μαγνητικού Συντονισμού (MRI Magnetic Resonance Imaging)
Οι σαρωτές Μαγνητικού Συντονισμού χρησιμοποιούν μαγνητικά πεδία 10-60 χιλιάδες φορές ισχυρότερα από το μαγνητικό πεδίο της γης. Οι περισσότερες συσκευές MRI βασίζονται στις ιδιότητες του πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού του πρωτονίου (δηλ. του πυρήνα του ατόμου του υδρογόνου), το οποίο υπάρχει σε μεγάλη αφθονία στους βιολογικούς ιστούς (κάθε κυβικό χιλιοστόμετρο ιστού περιέχει περίπου 1018 πρωτόνια). Το πρωτόνιο έχει μια μαγνητική ροπή και όταν τοποθετείται σε μαγνητικό πεδίο 1,5 tesla (T) θα απορροφήσει επιλεκτικά ενέργεια ραδιοφωνικής συχνότητας 63 megahertz (MHz) περίπου.  
Στο MRI, ο εξεταζόμενος τοποθετείται σε μαγνητικό πεδίο και ένας παλμός ραδιοκυμάτων παράγεται με κεραίες (πηνία) τοποθετημένες γύρω από το σώμα του. Τα πρωτόνια του σώματος του εξεταζόμενου απορροφούν τα ραδιοκύματα και επανεκπέμπουν την ενέργειά τους μετά από μικρό χρονικό διάστημα, που εξαρτάται από τις πολύ συγκεκριμένες στο χώρο, μαγνητικές ιδιότητες των γύρω ιστών. Τα επανεκπεμπόμενα κύματα ανιχνεύονται από τις κεραίες που περιβάλλουν το σώμα (πηγές και δέκτες ταυτόχρονα). Μεταβάλλοντας δε ελαφρά την ένταση του μαγνητικού πεδίου ως συνάρτηση της θέσης στον εξεταζόμενο (με βάθμωση μαγνητικού πεδίου) η συχνότητα συντονισμού των πρωτονίων θα μεταβάλλεται και αυτή ως συνάρτηση της θέσης (η συχνότητα είναι ανάλογη της έντασης του πεδίου). Το σύστημα MRI χρησιμοποιεί τη συχνότητα (και τη φάση) των επανεκπεμπομένων ραδιοκυμάτων για να καθορίσει τη θέση εκκίνησης κάθε σήματος από τον εξεταζόμενο. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας (του συστήματος MRI) καλείται απεικόνιση spin echo. 
Το MRI παράγει ένα πακέτο τομογραφιών του εξεταζόμενου και κάθε σημείο κάθε εικόνας-τομής έχει απόχρωση (επίπεδο του γκρι) που εξαρτάται από τις μικρο-μαγνητικές ιδιότητες του αντίστοιχου σημείου στον ιστό. Η αντίθεση στην απεικόνιση MRI είναι πολύ καλής ποιότητας (high contrast), επειδή κάθε περιοχή του εσωτερικού του σώματος αποτελείται από διαφορετική ποσοστιαία αναλογία διαφόρων ιστών και κάθε είδος ιστού (λίπος, φαιά ουσία, εγκεφαλονωτιαίο υγρό, καρκινικά κύτταρα) έχει διαφορετικές μικρο-μαγνητικές ιδιότητες. Δηλαδή το σύστημα MRI απεικονίζει με μεγάλη ευαισθησία (high sensitivity) τις ανατομικές μικρο-διαφοροποιήσεις.
Το MRI  έχει “ειδικότητα” σε απεικονίσεις του νευρολογικού συστήματος (εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός), αλλά και του μυοσκελετικού, όπως π.χ. το γόνατο μετά από κάκωση.
Η τομογραφία MRI  “ανταγωνίζεται” την τομογραφία ακτίνων Χ σε πολλές ιατρικές εφαρμογές. Σημαντική διαφορά τους είναι ο χρόνος λήψης: μια απεικόνιση MRI  καλής ποιότητας απαιτεί δεκάδες λεπτών, ενώ η απεικόνιση εγκεφάλου στο CT ολοκληρώνεται σε περίπου 10 δευτερόλεπτα. Επομένως για ασθενείς των οποίων η ακινησία δεν είναι εύκολο να εξασφαλισθεί (π.χ. παιδιά) ή για εξετάσεις όπου παρεμβαίνουν αυτοκινούμενες περιοχές (π.χ. καρδιά, πνεύμονες ή δραστήριο έντερο) προτιμάται το CT. Το CT προτιμάται και σε περιπτώσεις απεικόνισης τραυματιών, καθόσον στο ισχυρό μαγνητικό πεδίο του MRI δεν μπορούν να λειτουργήσουν ηλεκτρονικές συσκευές συνεχούς παρακολούθησης της κατάστασης του εξεταζόμενου. Επίσης η λειτουργία MRI δεν είναι συμβατή με βηματοδότες ή εσωτερικά σιδηρομαγνητικά προσθετικά (κλιπάκια ανευρύσματος, μεταλλικά εμφυτεύματα). 
Βέβαια η τεχνολογία βελτιώνεται κάθε μέρα και ο χρόνος λήψης των σημάτων MRI έχει ήδη περιοριστεί με ειδικά πηνία, ώστε να είναι ήδη εφικτή η απεικόνιση του θώρακος και της κοιλίας, παρόλη την κίνηση των εσωτερικών οργάνων. Μάλιστα θεωρείται πλεονέκτημα των σαρωτών MRI το γεγονός πως μπορούν να ανιχνεύσουν την παρουσία κίνησης, π.χ. ροής του αίματος στις αρτηρίες (αγγειογραφία πυρηνικού συντονισμού). 
1.7 Απεικόνιση με υπερήχους 
Η Μηχανική Ενέργεια με τη μορφή υψηλής συχνότητας ήχων (υπέρηχοι) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει εικόνες της ανατομίας του εξεταζόμενου. 
Αν ένας μετατροπέας ενέργειας που παράγει υπέρηχους, στείλει έναν βραχείας διάρκειας παλμό μέσα στο σώμα, μέρος των υπερηχητικών κυμάτων θα ανακλασθεί σε κάθε διαχωριστική επιφάνεια που θα συναντήσουν στην πορεία τους. Τα ανακλώμενα κύματα (ηχώ) επιστρέφουν, συλλαμβάνονται και αποθηκεύονται στον μετατροπέα (που είναι ταυτόχρονα πηγή και δέκτης), δημιουργώντας τη βάση για την απεικόνιση παλμικής ηχούς (pulse echo imaging). 
Η ηχητική δέσμη σαρώνει μια περιοχή σε σχήμα κυκλικού τομέα, καθώς ο πομπός (σε επαφή με το σώμα) περιστρέφεται από το χειριστή κατά τη διάρκεια της εκπομπής, με άξονα περιστροφής στο σημείο επαφής πομπού-δέρματος και διεύθυνση παράλληλη με τον άξονα του σώματος (sector scanning). 
Οι υπέρηχοι ανακλώνται σε μεγάλο ποσοστό σε διαχωριστικές επιφάνειες εσωτερικών δομών π.χ. στην κοιλιακή χώρα. Οι υπέρηχοι είναι απαλλαγμένοι από τον κίνδυνο που εμπεριέχεται στην ιοντίζουσα ακτινοβολία και συνεπώς είναι η απεικονιστική μέθοδος επιλογής στην εγκυμοσύνη. Οι υπέρηχοι ανακλώνται σχεδόν τελείως κατά την πρόσκρουσή τους σε κοιλότητες με αέρα, συνεπώς δεν συνιστώνται για την απεικόνιση της θωρακικής περιοχής. Το ίδιο συμβαίνει στην διαχωριστική επιφάνεια μαλακού ιστού με οστό, με συνέπεια οι υπέρηχοι να μην μπορούν να απεικονίσουν π.χ. τον εγκέφαλο.
Υπάρχει και μια δεύτερη μέθοδος απεικόνισης με βάση τους υπέρηχους, η απεικόνιση Doppler που εκμεταλλεύεται το φαινόμενο αλλαγής της συχνότητας, καθώς ένας πομπός πλησιάζει ή απομακρύνεται από τον παρατηρητή (ή τον ανιχνευτή). 
Μέτρηση της διαφοράς της συχνότητας των ανακλώμενων υπερήχων σε κινούμενη διαχωριστική επιφάνεια μετατρέπεται, με τη βοήθεια του υπολογιστή, σε μέτρηση της ταχύτητας ροής του αίματος στις αρτηρίες ή της ταχύτητας κίνησης των τοιχωμάτων της καρδιάς. 
Μετράται η ταχύτητα και ταυτόχρονα καταδεικνύεται και η διεύθυνση κίνησης, με τη χρήση της τεχνολογίας «ψευδο-χρωμίας». Στην έγχρωμη εικόνα Doppler  συνήθως παρουσιάζεται ως κόκκινο το αίμα που κατευθύνεται προς την περιφέρεια (αρτηριακό) και ως μπλε το αίμα με κατεύθυνση προς την καρδιά (φλεβικό). Η ένταση του κόκκινου (ή αντίστοιχα του μπλε) χρώματος αντιστοιχεί σε ανάλογες περιοχές της τιμής της ταχύτητας κίνησης της ανακλώσας επιφάνειας (π.χ. επιφάνεια των ερυθρών αιμοσφαιρίων).
Σοφία Κόττου, Επίκουρη Καθηγήτρια Ιατρικής Φυσικής
Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών