Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Επανάσταση στον τρόπο αντιμετώπισης του πρώιμου καρκίνου του μαστού δημιουργεί ανακάλυψη Έλληνα επιστήμονα , η οποία έχει μπει σε κλινική εφαρμογή και θα απαλλάξει εκατομμύρια γυναίκες από την προφυλακτική χημειοθεραπεία!!!

«Η ανακάλυψη ανήκει στον συμπατριώτη μας Δρ κ Χρήστο Σωτηρίου, (PhD Director Functional Genomics & Translational Research Unit, Jules Bordet Institute, Brussels, Belgium), και αφορά τις  γυναίκες με πρώιμο καρκίνο του μαστού, αν δηλαδή θα πρέπει να υποβάλλονται σε προφυλακτική χημειοθεραπεία η όχι μετά την χειρουργική επέμβαση» τόνισε ο κ. Γιάννης Βαρθαλίτης, Ογκολόγος – Παθολόγος, Διευθυντής της Ογκολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων «Άγιος Γεώργιος,  με αφορμή το 3ο Πανελλήνιο Forum Ογκολογίας με τίτλο “Δημιουργικός Διάλογος με την Ελλάδα της Διασποράς” που πραγματοποιήθηκε.

« Σύμφωνα λοιπόν με την ανακάλυψη του κ Σωτηρίου- συνέχισε ο κ Βαρθαλίτης, εκατομμύρια γυναίκες με καρκίνο του μαστού -χαμηλού κινδύνου- μπορούν να αποφύγουν την τραυματική εμπειρία της χορήγησης χημειοθεραπείας.».
Αυτό μπορεί να γίνει καθώς ο κ Σωτηρίου και οι συνεργάτες του κατάφεραν, μετά από μακροχρόνια έρευνα, να αποκωδικοποιήσουν τη γονιδιακή έκφραση του όγκου. Αυτό είχε ως  αποτέλεσμα την ανάπτυξη αρκετών “panels υπογραφών” πολυ-γονιδιακής έκφρασης, τα οποία υπόσχονται ότι μπορούν να ξεχωρίσουν τις γυναίκες με καρκίνο μαστού που θα αναπτύξουν μεταστατική νόσο, εάν αυτές δεν πάρουν προφυλακτική χημειοθεραπεία!!!
Η προβλεπτική και προγνωστική αξία του profil της γονιδιακής έκφρασης στην κλινική πράξη δοκιμάζεται, ήδη, σε δύο μεγάλες κλινικές μελέτες  (TAILORx και MINDACT). Αυτές οι μελέτες πρόκειται σύντομα ν’ αποδείξουν την προγνωστική σημασία της γονιδιακής έκφρασης και σύντομα θα μας επιτρέψουν να γνωρίζουμε με ποσοστά τον κίνδυνο της κάθε ασθενούς, ώστε να μπορέσουμε να εξατομικεύσουμε την θεραπευτική απόφαση!!
Όπως πιστεύουν οι επιστήμονες μεγάλη βοήθεια σ’ αυτή την κατεύθυνση παρέχει η τεχνολογία των μικροσυστοιχειών, η οποία επιτρέπει την ταυτόχρονη διερεύνηση της έκφρασης χιλιάδων γονιδίων. Επιπλέον των ανωτέρω, το γενετικό προφίλ των κυκλοφορούντων καρκινικών κυττάρων και των μικρομεταστάσεων θα βοηθήσουν επιπλέον στην περαιτέρω γνώση της βιολογίας του καρκίνου και θα μας επιτρέψει να εξατομικεύσουμε τη θεραπεία βασισμένοι σε λειτουργικούς χάρτες των βιολογικών μηχανισμών του καρκίνου.
Ήδη ο Δρ Χρήστος Σωτηρίου, ανακάλυψε και πέρασε στο ερευνητικό πεδίο και την κλινική πράξη, ομάδα γονιδίων που προσδιορίζουν τον κίνδυνο για υποτροπή, σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού, γεγονός που  ήδη μας επιτρέπει να μπορούμε να επιλέξουμε ποιες γυναίκες θα χρειασθούν χημειοθεραπεία μετά την ογκεκτομή και ποιες θα πάρουν μόνο χάπια ορμονοθεραπείας!!!
Πηγή

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Πρώιμη διάγνωση καρκίνου του μαστού με μαγνητική τομογραφία



Η χρήση μαγνητικής τομογραφίας μπορεί να βοηθήσει στην πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες «υψηλού κινδύνου» για εμφάνιση της νόσου, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Η μελέτη αυτή που διεξήχθη από το Women’s College Research Institute στο Τορόντο του Καναδά και δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Clinical Oncology» διεξήχθη σε γυναίκες που έφεραν μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2. Οι μεταλλάξεις στα δύο αυτά γονίδια συνδέονται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού ή των ωοθηκών σε σύγκριση με τον μέσο όρο.

 Επικίνδυνες μεταλλάξεις
Είναι χαρακτηριστικό ότι ειδικοί του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο των ΗΠΑ εκτιμούν ότι περίπου 60 στις 100 γυναίκες με αυτές τις μεταλλάξεις θα αναπτύξουν καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή στη ζωή τους – η αντίστοιχη αναλογία στον γενικό πληθυσμό είναι 12 στις 100 γυναίκες.
Σήμερα στις γυναίκες που διατρέχουν μέσο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου οι ειδικοί συστήνουν έλεγχο με μαστογραφία. Με δεδομένο όμως ότι η μαγνητική τομογραφία μπορεί να εντοπίσει πολύ μικρότερους όγκους, η Αμερικανική Εταιρεία για τον Καρκίνο συμβουλεύει τις γυναίκες με μεταλλάξεις στα BRCA1 και BRCA2 να υποβάλλονται τόσο σε μαστογραφία όσο και σε μαγνητική τομογραφία.
Ωστόσο μέχρι τώρα δεν είχε καταστεί σαφές εάν η μαγνητική τομογραφία μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διάγνωσης της νόσου σε προχωρημένο στάδιο.

 Η μελέτη
Στο πλαίσιο της καινούργιας μελέτης οι ειδικοί από τον Καναδά συνέκριναν δύο διαφορετικές ομάδες γυναικών. Η μια περιελάμβανε 445 γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 τις οποίες είχαν συλλέξει ειδικοί του Πανεπιστημίου του Τορόντο μεταξύ του 1997 και του 2007. Οι γυναίκες αυτές υποβάλλονταν σε ετήσιο έλεγχο με μαγνητική τομογραφία, μαστογραφία καθώς και κλινική εξέταση των μαστών από τον γυναικολόγο τους.
Η δεύτερη ομάδα περιελάμβανε 830 γυναίκες με μεταλλάξεις στα δύο γονίδια οι οποίες συμμετείχαν σε προηγούμενη μελέτη που διεξήχθη σε 13 διαφορετικά ιατρικά κέντρα της Βόρειας Αμερικής. Στις γυναίκες αυτές είχε δοθεί η συμβουλή να υποβάλλονται ετησίως σε μαστογραφία και σε κλινική εξέταση των μαστών – χωρίς ωστόσο να υπάρχει σαφής οδηγία για διεξαγωγή των εξετάσεων. Οι συμμετέχουσες ήταν ηλικίας 25 ως 65 ετών με μέσο όρο ηλικίας τα 45 έτη.

 Πρώιμη διάγνωση
Συνολικά το ίδιο ποσοστό γυναικών – 9%- ανέπτυξε καρκίνο του μαστού και στις δύο ομάδες κατά τη διάρκεια της εξαετούς μελέτης. Ωστόσο οι γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία είχαν περισσότερες πιθανότητες να διαγνωσθούν με πρώιμη μορφή καρκίνου. Συγκεκριμένα 14 στις 100 γυναίκες της ομάδας που υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία διαγνώσθηκαν με πρώιμη μορφή καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με μόλις 7 στις 100 στην ομάδα που δεν είχε υποβληθεί στην εξέταση.
Όταν ελήφθησαν υπόψη άλλοι παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του μαστού όπως η ηλικία και η χρήση αντισυλληπτικών προέκυψε ότι οι γυναίκες στην ομάδα της μαγνητικής τομογραφίας είχαν 70% λιγότερες πιθανότητες να διαγνωσθούν με καρκίνο σταδίου 2 ως 4 σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Σημειώνεται ότι στον καρκίνο σταδίου 2 ο όγκος είναι σχετικά μεγάλος ή έχει εξαπλωθεί στους γειτονικούς λεμφαδένες. Ο καρκίνος σταδίου 4 έχει δώσει μεταστάσεις σε άλλα μακρινά σημεία του σώματος.

 Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες
Πάντως οι ίδιοι οι ερευνητές παραδέχονται ότι με βάση αυτά τα αποτελέσματα δεν μπορεί να καταστεί σαφές εάν η μαγνητική τομογραφία σώζει πράγματι ζωές. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες οι οποίες θα ελέγξουν τα ποσοστά θανάτων εξαιτίας καρκίνου του μαστού ώστε να εξαχθούν τέτοια συμπεράσματα.
Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η μαγνητική τομογραφία εκτός από πλεονεκτήματα συνδέεται και με μειονεκτήματα. Η εξέταση είναι ιδιαιτέρως «ευαίσθητη» στον εντοπισμό μικρών όγκων συνδέεται όμως συγχρόνως και με μεγαλύτερο κίνδυνο εξαγωγής ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Έτσι οι γυναίκες υποβάλλονται σε άχρηστες βιοψίες οι οποίες έχουν μεγάλο κόστος (οικονομικό αλλά και ψυχολογικό).
Πηγή
Πρώιμη διάγνωση καρκίνου του μαστούΟι γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, μπορούν να ωφεληθούν από τη μαγνητική τομογραφία.

Πότε γίνετε αξονική & πότε μαγνητική τομογραφία

Κεφάλι : Η μαγνητική υπερέχει π.χ. στη διερεύνηση των πονοκεφάλων γιατί απεικονίζει λεπτοµερώς την υφή του εγκεφάλου, ενώ η αξονική σε περιπτώσεις κακώσεων και αιµορραγίας.
Θώρακας: Για την αξιολόγηση παθολογικών καταστάσεων του πνεύµονα συστήνεται
η αξονική τοµογραφία.
Κοιλιά: Αρχικά συστήνεται η αξονική, αν όµως χρειαστεί επιπλέον διερεύνηση σε όργανα όπως

 το συκώτι, το πάγκρεας, η σπλήνα και τα γεννητικά όργανα, γίνεται και µαγνητική τοµογραφία.
Σπονδυλική στήλη: Συστήνεται η μαγνητική, και ειδικά στην αυχενική και θωρακική µοίρα.
Ορθοπεδικά προβλήματα: Προτιμάται η μαγνητική.
Μυς και τένοντες: Συστήνεται η μαγνητική.

Ωτορινολαρυγγολογικά προβλήματα (ιγµόρεια, ακουστικός πόρος, λαβύρινθος): Ενδείκνυται η αξονική τοµογραφία.
Μάτια: Η μαγνητική χρησιμεύει στη διάγνωση προβληµάτων στο οπτικό νεύρο, την υπόφυση και τους οφθαλµικούς κόγχους.
Όγκοι: Συστήνεται συνήθως αξονική τοµογραφία, εκτός αν εκτιµηθεί ότι απαιτείται και µαγνητική.
Επείγοντα περιστατικά (πολυτραυµατίες, υποψία εγκεφαλικής αιµορραγίας κ.λπ.): Κυριαρχεί η αξονική τοµογραφία.
Πηγή

Οφέλη και κίνδυνοι από τις ακτινολογικές εξετάσεις

Εισαγωγή
Η χρήση των ακτινολογικών εξετάσεων στην ιατρική είναι απόλυτα αποδεκτή και δικαιολογείται σαφώς από τα πολλά και σημαντικά κλινικά οφέλη για τον ασθενή, τα οποία αντισταθμίζουν κατά πολύ το μικρό κίνδυνο από την ακτινοβολία. Ωστόσο όμως, όπως είναι γνωστό ακόμα και οι μικρές δόσεις ακτινοβολίας δεν είναι εντελώς ακίνδυνες. Επιπροσθέτως οι ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις είναι η κύρια πηγή έκθεσης του πληθυσμού από τις τεχνητές πηγές ακτινοβολίας και προσθέτουν περίπου ένα έκτο στη δόση της ακτινοβολίας που δέχεται ο πληθυσμός από το περιβάλλον.
Γενικά, ο πληθυσμός κάθε χώρας δεν μπορεί εύκολα να βρει πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους από ακτινοβολία κατά τις ιατρικές διαγνωστικές εξετάσεις. Ακόμα και οι ιατροί που παραπέμπουν τους ασθενείς για αυτές τις εξετάσεις όσο και οι ίδιοι οι ακτινολόγοι και οι τεχνολόγοι που τις εκτελούν δεν είναι πάντα καλά πληροφορημένοι σχετικά με αυτό το αντικείμενο.
Σε αυτήν την εργασία, περιγράφονται τα οφέλη αλλά και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις ακτινολογικές εξετάσεις με σκοπό όλοι οι ενδιαφερόμενοι, να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μία υπεύθυνη γνώση και γνώμη σχετικά με το αν οι συνήθως πολύ μικροί κίνδυνοι που σχετίζονται με αυτές τις ιατρικές διαγνωστικές εκθέσεις, σταθμίζονται από τα αναμενόμενα οφέλη που περιγράφονται από τον υπεύθυνο ιατρό.
Επίσης έγινε προσπάθεια να δοθούν νέες έννοιες όπως αυτή της βελτιστοποίησης των δόσεων και κυρίως στις πλέον ευαίσθητες ομάδες, έμβρυο και παιδιά, με την εισαγωγή των Διαγνωστικών Επιπέδων Αναφοράς, όπως αυτά εφαρμόζονται σύμφωνα με την νέα οδηγία 97/461EURATOM (Medical Exposure Directive ).
Δόθηκε επίσης μεγάλη προσοχή έτσι ώστε να αποφευχθούν κινδυνολογίες αλλά και να δοθεί στο αντικείμενο η πρέπουσα σημασία. Οι δόσεις, τα οφέλη και οι κίνδυνοι των ιατρικών πράξεων περιγράφονται έτσι ώστε να είναι κατανοητά τόσο από όλους τους ιατρούς όσο και από το ευρύ κοινό.
Επίπεδα Δόσεων και Κίνδυνος
Στις περισσότερες ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις, τα επίπεδα δόσεων διαφέρουν σημαντικά από νοσοκομείο σε νοσοκομείο από μηχάνημα σε μηχάνημα αλλά και από ασθενή σε ασθενή. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, η διακύμανση στη μέση δόση που λαμβάνει ένας ασθενής από μία συγκεκριμένη ακτινολογική εξέταση, εκτείνεται για τα διάφορα νοσοκομεία κατά ένα παράγοντα τέσσερα με επτά΄. Επίσης, η διακύμανση της μέσης δόσης μεταξύ διαφορετικών ασθενών μπορεί να προσθέσει έναν επιπλέον παράγοντα δύο με τρία. Συνεπώς δεν έχει νόημα να οριστούν με ακρίβεια «τυπικές» τιμές δόσεων για τις ακτινολογικές εξετάσεις. Στην εργασία αυτή έχει γίνει απλά ένας διαχωρισμός των εξετάσεων σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες των οποίων η τιμή της ενεργού δόσης κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα.
Συνήθως, το κοινό δεν είναι εξοικειωμένο με τις μονάδες ακτινοβολίας οπότε δεν υπάρχει λόγος να εκφραστούν τα επίπεδα έκθεσης μόνο σε millisievert ή να γίνει εκτενής αναφορά σε πολύπλοκες έννοιες όπως είναι η ενεργός δόση. Στην πράξη είναι πιο χρήσιμη η σύγκριση των ιατρικών εκθέσεων με καθημερινές εκθέσεις, π.χ. ως προς την ισοδύναμη περίοδο φυσικής ακτινοβολίας υποστρώματος,΄. Ουσιαστικά ως μέτρο σύγκρισης του κινδύνου από την ακτινοβολία εκφράζεται με την έννοια της ενεργού δόσης, αλλά αυτό που χρειάζεται να γνωρίζει το κοινό είναι ότι η τιμή του μέτρου της δόσης είναι αυτό που συνδέεται με το συνολικό κίνδυνο από ακτινοβολία.
Παρακάτω παρατίθεται πίνακας΄ με τις τιμές ενεργού δόσης που εκφράζουν και τον κίνδυνο για τις βασικές ακτινολογικές εξετάσεις και τις ραδιοϊσοτοπικές μελέτες κατά τη δεκαετία του 1990 στο Ηνωμένο Βασίλειο, συγκρίνονται δε με ισοδύναμο αριθμό ακτινογραφιών θώρακα και ισοδύναμη περίοδο ακτινοβολίας περιβάλλοντος.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΕΝΕΡΓΟΥ ΔΟΣΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΟ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΪΣΟΤΟΠΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1990 ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
Διαγνωστική μέθοδος
Χαρακτηριστική ενεργός δόση (mSv)
Ισοδύναμος αριθμός ακτινογραφιών θώρακα
Κατά προσέγγιση ισοδύναμη περίοδος φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος
Ακτινολογικές εξετάσεις
Άκρων και αρθρώσεων (εκτός από του ισχίου)
<0.01
<0.5
<1.5 ημέρα
Θώρακα (απλή οπισθοπρόσθια ακτινογραφία)
0.02
1
3 ημέρες
Κρανίου
0.07
3.5
11 ημέρες
Θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης
0.7
35
4 μήνες
Οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης
1.3
65
7 μήνες
Ισχίου
0.3
15
7 εβδομάδες
Πυέλου
0.7
35
4 μήνες
Κοιλία
1.0
50
6 μήνες
Ενδοφλέβιος πυελογραφία
2.5
125
14 μήνες
Βαριούχος κατάποση
1.5
75
8 μήνες
Βαριούχο γεύμα
3
150
16 μήνες
Βαριούχος διάβαση
3
150
16 μήνες
Βαριούχος υποκλυσμός
7
350
3.2 έτη
Υπολογιστική τομογραφία κεφαλής
2.3
115
1 έτος
Υπολογιστική τομογραφία θώρακα
8
400
3.6 έτη
Υπολογιστική τομογραφία κοιλίας - πυέλου
10
500
4.5 έτη
Ραδιοϊσοτοπικές Μελέτες
Πνευμονικός αερισμός (Xe-133)
0.3
15
7 εβδομάδες
Πνευμονική αιμάτωση Tc-99m
1
50
6 μήνες
Νεφρού Τc-99m
1
50
6 μήνες
Θυρεοειδούς αδένα Tc-99m
1
50
6 μήνες
Οστών Τc-99m
4
200
1.8 έτη
Δυναμική καρδιάς (κοιλιογραφία) (Tc-99m)
6
300
2.7 έτη
Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων κεφαλής (ΡΕΤ) (F-18 FDG)
5
250
2.3 έτη


* Μέση ακτινοβολία περιβάλλοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο= 2.2mSv ανά έτος: ο μέσος όρος των διαφόρων περιοχών κυμαίνεται από 1.5 έως 7.5 mSv ανά έτος.
Οι εξετάσεις χαμηλών δόσεων των άκρων και του θώρακα είναι οι πιο κοινές ακτινολογικές εξετάσεις, αλλά οι σχετικά σπάνιες εξετάσεις υψηλών δόσεων όπως η υπολογιστική τομογραφία σώματος και οι μελέτες βαρίου είναι οι κύριοι συντελεστές της συνολικής δόσης του πληθυσμού.
Οι δόσεις ορισμένων εξετάσεων υπολογιστικής τομογραφίας είναι ιδιαίτερα υψηλές, δεν παρουσιάζουν ενδείξεις μείωσης και η χρήση της υπολογιστικής τομογραφίας διαρκώς αυξάνεται. Η υπολογιστική τομογραφία πιθανόν να συνεισφέρει σήμερα κατά το ήμισυ περίπου στη συνολική δόση από όλες τις ακτινολογικές εξετάσεις. Επομένως είναι ιδιαίτερα σημαντικό η παραπομπή ασθενών για εξέταση υπολογιστικής τομογραφίας να δικαιολογείται από κάθε άποψη και να υιοθετούνται τεχνικές που να περιορίζουν στο ελάχιστο τη δόση, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν θα υπάρχουν απώλειες στη συγκέντρωση των απαραιτήτων διαγνωστικών πληροφοριών. Πράγματι, ορισμένες αρχές υπολογίζουν ότι ο επιπλέον κίνδυνος για θανατηφόρο καρκίνο από μία εξέταση κοιλιακής υπολογιστικής τομογραφίας σε έναν ενήλικα είναι περίπου 1 στις 2000 αρκετά μεγαλύτερη σε σύγκριση με τον κίνδυνο από μία ακτινογραφία θώρακα που είναι 1 στο εκατομμύριο. Ωστόσο ο επιπλέον αυτός κίνδυνος είναι πολύ μικρότερος σε σύγκριση με τον πολύ μεγαλύτερο συνολικό κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου (περίπου 1 στις 3) και επιπροσθέτως ο επιπλέον κίνδυνος αντισταθμίζεται με το παραπάνω από τα οφέλη που αποκομίζονται από την εξέταση της υπολογιστικής τομογραφίας.
Στη συνέχεια τόσο οι ακτινολογικές εξετάσεις όσο και οι διαγνωστικές ραδιοϊσοτοπικές μελέτες κατατάσσονται σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες στις οποίες η τιμή ενεργού δόσης κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα. Η εκτίμηση της δόσης έγινε σύμφωνα με το NRPB μέχρι τα τέλη του 19952. Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθεται η κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές και εκτός από τη ενεργό δόση η αντίστοιχη ισοδύναμη περίοδος φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος καθώς και ο επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ανά εξέταση.


Επίπεδα κινδύνου για τις συνηθέστερες Ακτινολογικές εξετάσεις και Ραδιοϊσοτοπικά σπινθηρογραφήματα
Είδος εξέτασης (ακτινολογική εξέταση ή σπινθηρογράφημα)
Ισοδύναμη Περίοδος φυσικής ακτινοβολίας υποστρώματος.
Επιπρόσθετος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ανά εξέταση*
  • Θώρακα
  • Οδόντες
  • Βραχίονας και κνήμη
  • Ανω και κάτω άκρα
Λίγες μέρες
Αμελητέος κίνδυνος . Λιγότερο από 1 στο 1.000.000
  • Κρανίο
  • Κεφαλή
  • Λαιμός
Λίγες εβδομάδες
Ελάχιστος κίνδυνος . 1 στο 1.000.000 έως 1 στο 100.000
  • Μαστός (μαστογραφία)
  • Ισχίο
  • Κοιλία
  • Πύελος
  • Αξονική τομογραφία CT εγκεφάλου
  • Σπινθηρογράφημα πνευμόνων
  • Σπινθηρογράφημα νεφρών
Λίγοι μήνες έως ένα έτος
Πολύ χαμηλός κίνδυνός . 1 στο 100.000 έως 1 στο 10.000
  • Ενδοφλέβια ουρογραφία (IVU)
  • Στομάχι-βαριούχο γεύμα
  • Βαριούχος υποκλυσμός
  • Αξονική τομογραφία (CT) θώρακα
  • Αξονική τομογραφία (CT) κοιλίας.
  • Σπινθηρογράφημα οστών
  • Ραδιοισοτ. κοιλιογραφία
  • Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ) εγκεφάλου
Λίγα χρόνια
Χαμηλός κίνδυνος . 1 στο 10.000 έως 1 στο 1000
* Αυτά τα επίπεδα κινδύνου αποτελούν ένα πολύ μικρό επιπρόσθετο κίνδυνο σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα πιθανότητα καρκινογένεσης περίπου 1 στις 3.


Πως συνδέονται οι παράγοντες κινδύνου;
Αρχικά, για να παρουσιαστεί μία ισορροπημένη άποψη και να αποφευχθούν παρεξηγήσεις είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαριστούν ποια είναι αλλά και ποια δεν είναι τα αποτελέσματα της ακτινοβολίας για τα επίπεδα δόσης που συναντώνται στη διαγνωστική ακτινολογία.
Στην τελευταία στήλη του προηγούμενου πίνακα παρουσιάστηκαν ποσοτικές εκτιμήσεις της πιθανότητας εμφάνισης καρκίνου μετά την έκθεση. Βέβαια αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη διακύμανση στις δόσεις των ασθενών αλλά και οι σημαντικές αβεβαιότητες στις τιμές των συντελεστών κινδύνου από ακτινοβολία, ειδικά όταν υπολογίζονται κατά άτομο, μπορεί να γίνει μόνο μία γενική εκτίμηση του κινδύνου. Για τον υπολογισμό του κινδύνου σε κάθε ακτινολογική εξέταση χρησιμοποιήθηκε ο ονομαστικός συντελεστής πιθανότητας θανατηφόρου καρκίνου λόγω έκθεσης σε ακτινοβολία του ICRP, υπολογισμένος για όλο τον πληθυσμό (5% ανά Sievert) 5 . ΄Όπως προαναφέρθηκε οι εξετάσεις χωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες των οποίων η ενεργός δόση κυμαίνεται κατά ένα παράγοντα δέκα. Οπότε και ο ενδεικτικός κίνδυνος για κάθε κατηγορία κυμαίνεται επίσης κατά τον ίδιο παράγοντα . Τα όρια μεταξύ των επιπέδων κινδύνου για τις διάφορες κατηγορίες έχουν επιλεγεί έτσι ώστε να είναι ακέραια πολλαπλάσια του δέκα.
Επίσης, επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος από ακτινοβολία είναι πολύ χαμηλότερος για τους πιο ηλικιωμένους ανθρώπους, οι οποίοι υφίστανται στην πλειονότητα των ακτινολογικών εξετάσεων, καθώς ο εναπομένων χρόνος για την εμφάνιση καρκίνου είναι αρκετά μικρότερος. Αντιστρόφως οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για τα παιδιά (3 φορές ) γι αυτό και πρέπει να δίνεται σε αυτά μεγαλύτερη σημασία στην αιτιολόγηση αλλά και στη βελτιστοποίηση των ιατρικών εκθέσεων.
Οι ακτίνες Χ λοιπόν πόσο ασφαλείς είναι; Οι ακτινολογικές πράξεις θεωρούνται γενικά ΄ασφαλείς΄, όταν ο κίνδυνος να συμβεί κάτι δυσάρεστο πέφτει κάτω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Στην εργασία επισημαίνεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν υπερβολικά ασφαλείς τις πράξεις που συνδέονται με κίνδυνο κάτω από 1 στο 1.000.000 (κατηγορία αμελητέου κινδύνου). Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι απλές ακτινογραφικές εξετάσεις θώρακα, δοντιών και άκρων. Οι πιο πολύπλοκες εξετάσεις συνδέονται με ΄ελάχιστο΄, ΄πολύ χαμηλό΄ ή ΄χαμηλό΄ κίνδυνο. Η αποδοχή οποιουδήποτε από τα παραπάνω επίπεδα κινδύνου από ένα άτομο εξαρτάται από το αναμενόμενο προσωπικό όφελος της πράξης. Το όφελος μιας ακτινολογικής εξέτασης που οδηγεί σε σωστή διάγνωση και κατ΄ επέκταση σε σωστή θεραπεία σταθμίζει πάντα αυτούς τους σχετικά χαμηλούς κινδύνους. Οι εξετάσεις υψηλότερης δόσης (που ανήκουν στην κατηγορία `χαμηλού κινδύνου΄) χρησιμοποιούνται λογικά για τη διάγνωση πιο σοβαρών περιπτώσεων όπου το αναμενόμενο όφελος είναι ακόμα μεγαλύτερο.
Για να δοθεί ακόμα μία πιο ευρεία οπτική του προβλήματος , συγκρίθηκαν οι κίνδυνοι από τις ιατρικές εκθέσεις με άλλους πιο οικείους κινδύνους της καθημερινής ζωής κατά τις επαγγελματικές μας ή άλλες δραστηριότητες.
Η πιθανότητα π.χ. να χάσει τη ζωή της μία νοικοκυρά μέσα σε ένα χρόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της είναι αρκετά μικρή 1 στις 100.000, ενώ αντίστοιχα ενός αγρότη 1 στις 9.000. Αντίθετα ο κίνδυνος για έναν μοτοσυκλετιστή είναι αρκετά υψηλός 1 στις 500 ανά έτος ένας δε καπνιστής (20 τσιγάρα ανά ημέρα) αυξάνει τον κίνδυνο για τη ζωή του κατά 1 στις 200.
Στη συνέχεια μετά την εκτίμηση των κινδύνων από τις επιμέρους εξετάσεις γίνεται μία σύνοψη των κύριων σημείων όπως αυτή που ακολουθεί.
  • Στα ακτινολογικά εργαστήρια πρέπει να γίνεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση της δόσης ακτινοβολίας με τη χρήση, όπου είναι δυνατόν, μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών όπως οι υπέρηχοι και το MRΙ.
  • Οι δόσεις ακτινοβολίας από τις ακτινολογικές εξετάσεις καθώς και από τα σπινθηρογραφήματα ισοτόπων είναι πολύ μικρές σε σχέση με αυτές που λαμβάνουμε από τη συνολική φυσική ακτινοβολία υποστρώματος και κυμαίνονται από ισοδύναμη περίοδο λίγων ημερών έως λίγων ετών.
  • Οι κίνδυνοι στην υγεία από αυτές τις δόσεις είναι πολύ χαμηλοί σε σχέση με τον ήδη υπάρχοντα κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου (25-30%), αλλά δεν είναι τελείως αμελητέοι για τις διαδικασίες που περιλαμβάνουν εξετάσεις ακτινοσκόπησης ή αξονικής τομογραφίας (CT).
  • Πρέπει πάντα ο ασθενής να πληροφορεί τον υπεύθυνο ιατρό του για άλλες πρόσφατες ακτινογραφίες ή σπινθηρογραφήματα ώστε να αποφευχθεί αναίτια ακτινοβόλησή του.
  • Οι κίνδυνοι είναι μικρότεροι (5-10 φορές) για πιο ηλικιωμένους ανθρώπους και λίγο μεγαλύτεροι (3 φορές) για έμβρυα και μικρά παιδιά. Οπότε πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σε εξετάσεις παιδιών και εγκύων .
  • Πρέπει επίσης να γίνει γνωστή η αναγκαιότητα της εξέτασης και ότι αν αυτή δεν πραγματοποιηθεί ενώ είναι απαραίτητη, ο κίνδυνος στην υγεία του ασθενούς θα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της ίδιας της ακτινοβολίας.
Βελτιστοποίηση της ακτινοβολίας - Ελαχιστοποίηση του κινδύνου
Η χρήση ακτινολογικών εξετάσεων είναι αποδεκτή στην ιατρική και δικαιολογείται από τα σαφή κλινικά οφέλη για τον ασθενή τα οποία αντισταθμίζουν κατά πολύ το μικρό κίνδυνο από την ακτινοβολία θα πρέπει όμως να ακολουθούνται οι δύο βασικές αρχές της ακτινοπροστασίας αυτή της αιτιολόγησης καθώς και της βελτιστοποίησης.
Η οδηγία 97/43/1997 (Medical Exposure Directive, MED) 8 της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί από όλους τους ενδιαφερόμενους να μειώσουν την άσκοπη έκθεση των ασθενών στην ακτινοβολία. Οι αρμόδιοι οργανισμοί και τα άτομα που χρησιμοποιούν ιοντίζουσα ακτινοβολία πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανονισμούς αυτούς. Ένας σημαντικός τρόπος μείωσης της δόσης ακτινοβολίας είναι να αποφεύγεται η διεξαγωγή περιττών εξετάσεων (ιδίως επαναληπτικών εξετάσεων). Η ενεργός δόση μίας ακτινολογικής εξέτασης είναι το άθροισμα των δόσεων των επιμέρους ιστών ή οργάνων, σταθμισμένο ως προς την ακτινοευαισθησία του καθενός για την εμφάνιση καρκίνου ή την πρόκληση σοβαρών κληρονομήσιμων αποτελεσμάτων.
Επίσης ένα άλλο εργαλείο της αρχής της βελτιστοποίησης όπως ορίζεται στην παραπάνω οδηγία είναι ο ορισμός διαγνωστικών επιπέδων αναφοράς (ΔΕΑ), τα οποία είναι επίπεδα δόσης για εξετάσεις ομάδων ασθενών τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνονται συστηματικά κατά τις τυπικές διαδικασίες (ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις) όταν εφαρμόζεται η ορθή πρακτική όσον αφορά τη διάγνωση. Γενικά ως ΔΕΑ προτείνεται να χρησιμοποιείται από τη Ευρωπαϊκή Ένωση το επίπεδο δόσης ασθενών το οποίο δεν υπερβαίνουν κατά τις εξετάσεις τους το 75% των εργαστηρίων σε συνολική κλίμακα (Δημοσίων και Ιδιωτικών). Το όριο αυτό αναφέρεται ως τρίτο τεταρτημόριο (third quartile) της συνολικής κατανομής των δόσεων.
Οι χαρακτηριστικές ενεργοί δόσεις για τις πιο κοινές διαγνωστικές ακτινογραφίες διαφέρουν κατά ένα παράγοντα περίπου ίσο με το 1000 και κυμαίνονται από δόσεις που ισοδυναμούν με μία-δύο ημέρες φυσικής ακτινοβολίας περιβάλλοντος (0,02 mSv για την ακτινογραφία θώρακα) έως 4,5 έτη (π.χ. για την υπολογιστική τομογραφία κοιλίας). Ωστόσο, υπάρχει σημαντική διαφορά στην ακτινοβολία περιβάλλοντος μεταξύ και εντός των διαφόρων χωρών. Οι δόσεις των συνηθισμένων ακτινολογικών εξετάσεων βασίζονται σε αποτελέσματα που συγκεντρώθηκαν από μετρήσεις των δόσεων που δέχθηκαν οι ασθενείς, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε 380 νοσοκομεία σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο από το 1990 έως το 1995. Αυτές είναι χαμηλότερες από εκείνες που αναφέρονταν σε προηγούμενες μελέτες οι οποίες βασίζονταν σε δεδομένα από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, υποδεικνύοντας μία ικανοποιητική τάση για μεγαλύτερη προστασία του ασθενή η οποία οφείλεται κυρίως τόσο στη πρόοδο της βιοϊατρικής τεχνολογίας όσο και σε αυστηρότερα προγράμματα ποιοτικού ελέγχου που εφαρμόσθηκαν.
Μία άλλη περίπτωση όπου πρέπει να αποφεύγεται η ακτινοβόληση, όταν είναι δυνατόν, είναι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της γυναίκας. Εδώ ο στοχαστικός κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου για το νεογέννητο παιδί κατά τη παιδική ηλικία ή την υπόλοιπη ζωή του είναι κατά 3 φορές μεγαλύτερος από αυτόν του κοινού πληθυσμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις η γυναίκα ασθενής δεν υποπτεύεται την εγκυμοσύνη της γι' αυτό θα πρέπει να ερωτάται γι' αυτό πριν από κάθε εξέταση με ιοντίζουσα ακτινοβολία. Την κύρια ευθύνη για τη διαδικασία αυτή την έχει ο παραπέμπον ιατρός.
Εάν δεν υπάρχει πιθανότητα εγκυμοσύνης η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί κανονικά , εάν όμως η ασθενής είναι σίγουρα ή πιθανώς έγκυος (δηλαδή έχει καθυστερήσει η εμμηνόρροια) η αιτιολόγηση της προτεινόμενης εξέτασης πρέπει να επανεξεταστεί από τον ακτινολόγο και τον παραπέμποντα ιατρό και να αποφασισθεί εάν η εξέταση θα αναβληθεί για μετά τον τοκετό ή ως την επόμενη εμμηνόρροια. Ωστόσο, μία αγωγή που έχει κλινικό όφελος για τη μητέρα μπορεί να έχει έμμεσο όφελος και για το αγέννητο παιδί της οπότε εάν αυτή η απαραίτητη αγωγή καθυστερήσει έως την ολοκλήρωση της κύησης ενδέχεται να αυξηθεί ο κίνδυνος για το έμβρυο καθώς και για τη μητέρα.
Στη περίπτωση που ο ακτινολόγος και ο παραπέμπων ιατρός συμφωνούν ότι η ακτινοβόληση της μήτρας της εγκύου ή πιθανώς εγκύου δικαιολογείται από κλινική άποψη, η απόφαση αυτή πρέπει να καταγράφεται. Στη συνέχεια ο ακτινολόγος πρέπει να εξασφαλίσει την απόκτηση των απαραίτητων διαγνωστικών πληροφοριών, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η έκθεση της ασθενούς θα περιορισθεί στο ελάχιστο.
Στη περίπτωση όμως που το έμβρυο εκτεθεί ακούσια στην ακτινοβολία, παρά τα παραπάνω μέτρα, ο μικρός κίνδυνος που συνεπάγεται από αυτή την έκθεση γα το έμβρυο δεν δικαιολογεί, ακόμη και αν οι δόσεις ήταν υψηλές, τον πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο των επεμβατικών διαγνωστικών μεθόδων για το έμβρυο (πχ. αμνιοκέντηση) ή από εκείνο της διακοπής της κύησης . Εάν συμβεί μια τέτοια ακούσια έκθεση, θα πρέπει να γίνει ακριβής υπολογισμός της δόσης στο έμβρυο, ατομική αξιολόγηση του κινδύνου και τα αποτελέσματα να συζητηθούν με τον ασθενή.
Πηγή

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Φρουρός λεμφαδένας

Ορισμός: Είναι ο πρώτος λεμφαδένας-σταθμός, που θεωρητικά μεταναστεύουν καρκινικά κύτταρα από έναν πρωτοπαθή όγκο.

Φυσιολογία: Οι λεμφαδένες είναι μικροί σχηματισμοί μεγέθους ολίγων χιλιοστών, οι οποίοι φιλτράρουν υγρά, που κυκλοφορούν στο σώμα κι έτσι αποτελούν σταθμοί συλλογής ξένων σωμάτων, όπως βακτηρίων ιών ή καρκινικών κυττάρων. Στη συνέχεια λευκά αιμοσφαίρια επιτίθενται επί των συλλεχθέντων ξένων σωμάτων εντός 
των λεμφαδένων και τα εξολοθρεύουν.
Σε κάποιες μορφές καρκίνου η μετανάστευση (μετάσταση) των καρκινικών κυττάρων γίνεται αρχικά προς τους επιχώριους (γειτονικούς) λεμφαδένες κι εν συνεχεία προς τους πιο απομακρυσμένους σταθμούς λεμφαδένων. Αυτή η μεταστατική οδός ονομάζεται λεμφογενής. Η γενική ιδέα του “φρουρού λεμφαδένα” συνίσταται στο, ότι η πιο πρώιμη μετάσταση λεμφογενώς γίνεται προς τον πιο κοντινό λεμφαδένα κι επομένως εάν η βιοψία του συγκεκριμένου λεμφαδένα αποβεί αρνητική, υπάρχει βάσιμη αποδοχή, πως ο καρκίνος δεν έχει διασπαρεί προς άλλα μέρη του σώματος.


Χρησιμότητα βιοψίας φρουρού λεμφαδένα: Ορισμένοι καρκίνοι μεθίστανται καθ’υπεροχήν με τη λεμφική οδό. Ανάμεσα σε αυτούς κατά κύριο λόγο είναι ο καρκίνος του μαστού και το μελάνωμα. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η χειρουργική εξαίρεση τέτοιων καρκίνων συνδυαζόταν σχεδόν πάντα με σύγχρονη αφαίρεση και άλλοτε άλλων ομάδων λεμφαδένων, προς αποκλεισμό της διαφυγής του όγκου από τα στενά όρια της πρωτοπαθούς εστίας. Έτσι η μαστεκτομή συνδυαζόταν με λεμφαδενικό καθαρισμό της σύστοιχης μασχαλιαίας κοιλότητας (10-30 λεμφαδένες). Η επέμβαση αυτή παρείχε το πλεονέκτημα, πως όλοι οι επιχώριοι λεμφαδένες τίθεντο στη διάθεση του παθολογοανατόμου προς εξέταση, οπότε καθοριζόταν με ακρίβεια η λεμφογενής μετάσταση ή όχι. Είχε όμως το μειονέκτημα να συνδυάζεται με σοβαρές και ιδιαίτερα νοσηρές παρενέργειες, όπως κινητικά προβλήματα στον ώμο, επιμόλυνση του τραύματος, νευρικές βλάβες και λεμφοίδημα στο χέρι. Το λεμφοίδημα είναι έντονο πρήξιμο οφειλόμενο στη συσσώρευση λεμφικού υγρού.
Με το σχεδιασμό κι εφαρμογή μιας λιγότερο επεμβατικής χειρουργικής πράξης, όπως είναι η βιοψία του φρουρού λεμφαδένα, επετεύχθη η σχεδόν εξαφάνιση των μετεγχειρητικών επιπλοκών, η μείωση του εγχειρητικού χρόνου, ο λιγότερος μετεγχειρητικός πόνος, το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα και τελικά η βραχύτερη περίοδος ανάρρωσης.

Χειρουργοί που εκπαιδεύονται σε αυτού του είδους τη χειρουργική επέμβαση, μπορούν κι ανευρίσκουν το φρουρό λεμφαδένα σε ποσοστό 85-98%. Η ακρίβεια με την οποία μπορεί κανείς διά της συγκεκριμένης μεθόδου να καθορίσει εάν η νόσος έχει επεκταθεί στους λεμφαδένες, ανέρχεται σε ποσοστό 95%. Εξάλλου το περιορισμένο υλικό προς εξέταση παρέχει στον παθολογοανατόμο τη δυνατότητα μιας σαφώς πιο ενδελεχούς εξέτασης.

Προετοιμασία: Ο χειρουργός αρχικά πρέπει να καθορίσει ποιος από τους λεμφαδένες είναι ο φρουρός. Για το σκοπό αυτό ακολουθεί μία εκ των κατωτέρω ή και συνδυασμό αυτών, μεθόδων:
Ένεση ρ α δ ι ε ν ε ρ γ ο ύ υλικού: Ενίεται μικρή ποσότητα τεχνητίου-99 εντός του μαστικού ιστού, πλησίον του όγκου και κάτωθεν της θηλής. Το ραδιενεργό αυτό υλικό αναμιγνύεται με τα υγρά του σώματος και ταξιδεύει προς τους λεμφαδένες μαζί με τη λέμφο. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης ο γιατρός χρησιμοποιώντας μία ειδική κεφαλή, που ανιχνεύει επίπεδα ακτινοβολίας, εντοπίζει ακριβώς τη θέση στο δέρμα κάτω από την οποία ανευρίσκεται ο λεμφαδένας με το υψηλότερο επίπεδο ακτινοβολίας, επομένως ο λεμφαδένας φρουρός. Η ένεση πραγματοποιείται 20 λεπτά ή 8 ώρες προ του χειρουργείου.
Ένεση μπλε χ ρ ω σ τα ι κ ή ς ουσίας: Σε αυτήν την περίπτωση ενίεται χρωστική πέριξ του όγκου, οπότε γίνεται ορατή πλέον κατά τη διάρκεια του χειρουργείου η θέση του φρουρού λεμφαδένα, αφού αυτός φιλτράρει πρώτος τη λέμφο με τη χρωστική.
Το ποσοστό επιτυχούς ανεύρεσης του φρουρού λεμφαδένα με την έγχυση της χρωστικής ανέρχεται στο 82%, με την έγχυση της ραδιενεργού ουσίας στο 94% και με την έγχυση και των δύο στο 98%.

Κατά την επέμβαση: Συνήθως η εκτομή του φρουρού λεμφαδένα συνδυάζεται, και μάλιστα προηγείται χρονικά, με την ογκεκτομή του μαστού. Εντοπίζεται είτε οπτικά, βάφεται μπλε, είτε με την ανίχνευση της ακτινοβολίας, η περιοχή του δέρματος κάτω από την οποία ανευρίσκεται ο φρουρός λεμφαδένας κι ακολουθεί η τομή του δέρματος. Αφαιρούνται 1-3 λεμφαδένες, οι οποίοι αποστέλλονται για ταχεία βιοψία, ενώ ο χειρουργός συνεχίζει με την ογκεκτομή ή μαστεκτομή κι όταν έρθει το αποτέλεσμα της ταχείας, συνεχίζει με τον λεμφαδενικό καθαρισμό της μασχάλης εάν αυτό είναι θετικό, αλλιώς η επέμβαση λαμβάνει τέλος.

Μετά την επέμβαση: Συνήθως οι ασθενείς εξέρχονται την ίδια μέρα από το νοσοκομείο κι επιστρέφουν στις συνήθεις δραστηριότητές τους εντός ολίγων ημερών. Το ραδιενεργό υλικό αποβάλλεται πλήρως από τον οργανισμό εντός 24-48 ωρών.

SPECT - SPECT/CT - PET - PET/CT

Η σχετικά πρόσφατη εισαγωγή των τεχνικών μοριακής απεικόνισης θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως μια ιδιαίτερα σοβαρή εξέλιξη, η οποία θα μεταβάλλει σημαντικά την κλινική πράξη σε διάφορες ειδικότητες. Οι δύο κυριότερες τεχνικές, στο πλαίσιο της Πυρηνικής Ιατρικής, είναι η SPECT (Single Photon Emission Computed Tomography) και η ΡΕΤ (Positron Emission Tomography).
Η Πυρηνική Ιατρική και η Ακτινολογία είναι δυνατό να θεωρηθούν ως αλληλοσυμπληρούμενες ειδικότητες, οι οποίες παρέχουν αντίστοιχα λειτουργικές και ανατομικές πληροφορίες. Η σπινθηρογραφική απεικόνιση δίδει πληροφορίες για τη
Συμβατική γ-camera. Κομβικό σημείο για την ανάπτυξη της Πυρηνικής Ιατρικής αποτέλεσε ο σχεδιασμός της πρώτης γ-camera από τον Anger το 1958. Οι εικόνες, οι οποίες λαμβάνονται με αυτή τη συσκευή, εμφανίζουν το υπό εξέταση όργανο σε δύο μόνο διαστάσεις. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυνατότητα απόκτησης επαρκών πληροφοριών για ευρήματα που εντοπίζονται σε βάθος. Αν και η προκύπτουσα εικόνα είναι δισδιάστατη, η λήψη περισσότερων εικόνων γύρω από το όργανο (πρόσθιες, οπίσθιες, πλάγιες, λοξές λήψεις) συμβάλλει στον καλύτερο εντοπισμό της θέσης και στην εκτίμηση της έκτασης της βλάβης. Ωστόσο, το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε σε σημαντικό βαθμό με την καθιέρωση και εφαρμογή της τεχνικής SPECT (Kuhl και Edwards, 1963).
SPECT. Η γ- camera ανιχνεύει γ-ακτινοβολία από ραδιοϊσότοπα που χρησιμοποιούνται για τις συμβατικές τεχνικές της Πυρηνικής Ιατρικής. Όταν τα απεικονιστικά δεδομένα λαμβάνονται υπό πολλαπλές γωνίες γύρω από το αντικείμενο ενδιαφέροντος, προκύπτει μια τρισδιάστατη εικόνα της περιοχής. Η τεχνική αυτή καλείται SPECT. Η SPECT έχει τη δυνατότητα μελέτης και εντοπισμού φυσιολογικών διεργασιών. Παράλληλα, τα ραδιοφάρμακα, που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με αυτή την τεχνική, μπορούν να προσδιορίσουν την έκφραση υποδοχέων και αντιγόνων σε ιστούς ασθενών με νευρολογικά, καρδιολογικά και νεοπλασματικά νοσήματα.
Το σύστημα SPECT αποτελείται από μία κλασσική γ-camera με 1 έως 4 ανιχνευτές ΝaΙ (Tl) προσαρμοσμένους σε βραχίονα, ώστε να είναι δυνατή η περιστροφή τους γύρω από το σώμα του εξεταζόμενου. Λαμβάνονται εικόνες και στους τρεις άξονες (εγκάρσιο, οβελιαίο, επιμήκη) και πραγματοποιείται ανασύνθεση της εικόνας μετά την ολοκλήρωση της σπινθηρογράφησης. Η κλασική τεχνική ανασύνθεσης είναι η οπισθοπροβολή - backprojection (Budinger & Gullberg, 1974).
Συνοπτικά, η τεχνική SPECT παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα έναντι της δισδιάστατης απεικόνισης με τη συμβατική γ-camera:
1. Λήψη πληροφοριών σε τρεις διαστάσεις, η οποία επιτρέπει τον ακριβέστερο εντοπισμό των βλαβών και την εκτίμηση του όγκου των οργάνων.
2. Μικρότερη επίπτωση της ακτινοβολίας στους παρακείμενους ιστούς.
3. Δυνατότητα διόρθωσης των εικόνων για την κίνηση του ασθενούς (motion correction) και την εξασθένιση της ακτινοβολίας (attenuation correction).
4. Μεγαλύτερη δυνατότητα ημιποσοτοτικών υπολογισμών της κατανομής του ραδιοφαρμάκου.


SPECT/CT. Η τεχνική SPECT/CT παρέχει επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με τις ανατομικές περιοχές που παρατηρείται πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου. Παράλληλα, προσφέρει πιο ακριβείς μετρήσεις της πρόσληψης από όργανα και νεοπλασίες. Στην Ογκολογία, η SPECT/CT έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει στον αποτελεσματικότερο εντοπισμό της κακοήθους βλάβης. Συνεπώς, διευκολύνει τον σχεδιασμό της θεραπείας. Στην Καρδιολογία, η SPECT/CT παρέχει βελτιώσεις για τη διόρθωση των εικόνων (motion correction, attenuation correction). Οι βελτιώσεις αυτές είναι σημαντικές για τη διευκόλυνση του εντοπισμού του βιώσιμου μυοκαρδίου.


PET. Η τεχνική ΡΕΤ αποτελεί την πλέον σύγχρονη εξέταση της Πυρηνικής Ιατρικής. Βασίζεται στην ανάπτυξη της camera εκπομπής ποζιτρονίων (Mullani και συν, 1984) και τη χρησιμοποίηση ραδιοφαρμάκων, τα οποία έχουν επισημανθεί με ραδιοϊσότοπα που εκπέμπουν ποζιτρόνια. Σύμφωνα με την αρχή λειτουργίας της, η απεικόνιση εξαρτάται από την ταυτόχρονη ανίχνευση ζευγών φωτονίων ενέργειας 511 ΚeV, τα οποία προέρχονται από την αλληλοεξουδετέρωση των ποζιτρονίων με ηλεκτρόνια γειτονικών ατόμων. Στα σύγχρονα συστήματα ΡΕΤ χρησιμοποιούνται εκατοντάδες έως χιλιάδες ανιχνευτές, οι οποίοι είναι συνήθως κατασκευασμένοι από γερμανώδες βισμούθιο (BGO) (σπανιότερα από NaI (Tl), BaF2, ή CsF2). Η τεχνική PET χαρακτηρίζεται από μοναδικές δυνατότητες μελέτης και ποσοτικού προσδιορισμού φυσιολογικών διεργασιών στον οργανισμό:
· Αιματική ροή σε διάφορους ιστούς.
· Μεταβολισμός του οξυγόνου.
· Μεταβολισμός της γλυκόζης.
· Σύνθεση αμινοξέων και πρωτεϊνών.
· Μεταβολισμός νουκλεϊκών οξέων.
· Κυτταρική απόπτωση.
· Προσδιορισμός της έκφρασης διαφόρων υποδοχέων – ειδικά στον νευρικό ιστό.
Η ανασύνθεση της εικόνας, κατά το τέλος της εξέτασης, πραγματοποιείται σύμφωνα με τη μέθοδο της οπισθοπροβολής (όπως και με την τεχνική SPECT).
Τα ραδιοϊσότοπα, τα οποία χρησιμοποιούνται στην τεχνική PET, παράγονται από κυκλοτρόνια. Διάφορα τέτοια ισότοπα έχουν χρησιμοποιηθεί σε κλινικές εφαρμογές έως σήμερα:
· 82-Rb
· 15-O
· 13-N
· 11-C
· 18-F
· 124-I
· 86-Y
· 62-Cu
· 68-Ga
Ειδικά για το 82-Rb, το 68-Ga και το 62-Cu υπάρχουν και γεννήτριες (εκτός από την παραγωγή τους με κυκλοτρόνιο). Το πλέον συχνά χρησιμοποιούμενο ραδιοφάρμακο είναι η 18-FDG (δεοξυγλυκόζη). Ωστόσο, σε μελέτες απεικόνισης νευροϋποδοχέων, χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά και άλλα ραδιοφάρμακα με 11-C ή 18-F.
Στην Ογκολογία, η τεχνική PET έχει έναν σημαντικό ρόλο. Σήμερα, περίπου το 90% των κλινικών εφαρμογών της ΡΕΤ αφορά ογκολογικά περιστατικά.
· Μελέτη βιολογικών χαρακτηριστικών των νεοπλασιών.
· Σταδιοποίηση.
· Παρακολούθηση της θεραπείας.
Στην Καρδιολογία, η τεχνική PET διατηρεί τη σημασία της για την εκτίμηση του βιώσιμου μυοκαρδίου και την αξιολόγηση της αιμάτωσης του καρδιακού μυός. Στη Νευρολογία, η τεχνική PET έχει δύο κύριες εφαρμογές που αφορούν ασθενείς με επιληψία ή νευροεκφυλιστικά νοσήματα (κυρίως άνοια).
Συνοπτικά, η τεχνική ΡΕΤ πλεονεκτεί έναντι της SPECT στα εξής σημεία:
1. Μεγαλύτερη ευαισθησία και διακριτική ικανότητα.
2. Αποτελεσματικότερη διόρθωση για την εξασθένιση της ακτινοβολίας (attenuation correction).
3. Καλύτερα φυσικά χαρακτηριστικά ραδιοφαρμάκων (δυνατότητα επισήμανσης μεταβολιτών).
4. Μικρότερη ακτινική επιβάρυνση.
5. Δυνατότητα ποσοτικών λειτουργικών μελετών και παρακολούθησης μεταβολικών οδών.
Από την άλλη πλευρά, στα μειονεκτήματα της τεχνικής ΡΕΤ περιλαμβάνονται:
1. Υψηλό κόστος.
2. Μεγαλύτερη διάρκεια εξέτασης.
3. Απαιτείται κυκλοτρόνιο, για την παραγωγή των περισσότερων ραδιοϊσοτόπων, σε μικρή απόσταση από τον χώρο της εξέτασης (λόγω του μικρού χρόνου υποδιπλασιασμού). Εν μέρει, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με τη χρησιμοποίηση ραδιοϊσοτόπων, τα οποία παρέχονται από γεννήτριες, και με την κατασκευή μικρών - πιο οικονομικών κυκλοτρονίων.

PET/CT. Η σύνθεση των ανατομικών πληροφοριών της αξονικής τομογραφίας με τις εικόνες της ΡΕΤ επιτρέπει πιο ακριβή προσδιορισμό των παθολογικών περιοχών πρόσληψης του ραδιοφαρμάκου. Η μεγαλύτερη αυτή ακρίβεια έχει αποδειχθεί σε πολλούς διαφορετικούς τύπους νεοπλασιών, συμπεριλαμβανομένων του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, του ορθοκολικού καρκίνου, των λεμφωμάτων και του μελανώματος. Στην Καρδιολογία, η σύνθεση της αιματικής ροής και του ιστικού μεταβολισμού με τις εικόνες της αξονικής τομογραφίας παρέχει πληροφορίες σχετικά με την αιματική ροή στα στεφανιαία αγγεία και τη μικροαγγειακή ενδοθηλιακή δυσλειτουργία.







φυσιολογική ή παθολογική λειτουργία οργάνων. Αντίθετα, η ακτινολογική απεικόνιση παρέχει κυρίως ανατομικές πληροφορίες για τα όργανα. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί υβριδικά συστήματα για την ταυτόχρονη συλλογή ανατομικών και λειτουργικών πληροφοριών (SPECT/CT, PET/CT).
Πηγή

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Καρκίνος μαστού στον άνδρα

Οι άνδρες που δεν έχουν μαστό, μπορούν να πάθουν καρκίνο του μαστού;

Δυστυχώς ΝΑΙ. Παρ όλο που ο καρκίνος του μαστού θεωρείται γυναικεία πάθηση αυτό δεν εμποδίζει την ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού στον άνδρα. Και έχει συχνότητα εμφάνισης 1%, δηλαδή σε κάθε 100 γυναίκες με καρκίνο του μαστού αντιστοιχεί 1 άνδρας. Επί πλέον ο καρκίνος του μαστού του άνδρα έχει χειρότερη έκβαση για τους εξής απλούστατους λόγους:

1. ο άνδρας δεν πάει στο γιατρό αμέσως μόλις διαπιστώσει κάποια ανωμαλία στο μαστό.
2. δυστυχώς αργεί να διαγνωστεί διότι ασθενείς και γιατροί δεν τον σκέφτονται εύκολα,
3. λόγω καθυστερημένης διάγνωσης και λόγω του μικρού μεγέθους του μαστού, έχουμε πιο 
συχνή διήθηση του δέρματος ή του μυός που βρίσκεται πίσω από το μαστό (μείζον θωρακικός),με αποτέλεσμα τη διευκόλυνση των μεταστάσεων.

Οι Επιστήμονες του Καναδά προσπαθούν τελευταία να ευαισθητοποιήσουν τους άνδρες, ως προς την έγκαιρη διάγνωση της νόσου, προτρέποντας τους για προληπτικό έλεγχο αν διαπιστώσουν οποιαδήποτε ενόχληση στο στήθος.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία και την Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας το 2002, 1600 άνδρες ανέπτυξαν καρκίνο στο μαστό και τον ίδιο χρόνο 400 άνδρες πέθαναν από καρκίνο του μαστού.

Επιδημιολογικά στοιχεία
Αν και η αιτιολογία της εμφάνισης καρκίνου του μαστού στον άνδρα δεν έχει ακόμα πλήρως κατανοηθεί, υπάρχουν όμως άνδρες που έχουν μεγαλύτερη επικινδυνότητα να αναπτύξουν καρκίνο στο μαστό. Και ως τέτοιοι παράγοντες αναφέρονται:
Η ηλικία πιο συχνός στις ηλικίες από 50 έως 70 ετών.
Η εθνικότητα μεγαλύτερη συχνότητα παρουσιάζουν οι άνδρες της μαύρης φυλής και ακόμα μεγαλύτερη οι άνδρες της Εβραικής φυλής.
Το οικογενειακό ιστορικό και ιδιαίτερα η ύπαρξη του γονιδίου BRCA 1 & 2, δωδεκαπλασιάζει τη συχνότητα ανάπτυξης καρκίνου μαστού στον άνδρα. Τα γονίδια αυτά κληρονομούνται στους απογόνους και από το αρσενικό μέλος της οικογένειας. Έτσι η ανάπτυξή του είναι συχνότερη σε άνδρες που έχουν:
* αρκετά άτομα του στενού συγγενικού περιβάλλοντος (άνδρες ή γυναίκες) με καρκίνο του μαστού.
* στενή συγγενή με αμφοτερόπλευρο καρκίνο του μαστού
* συγγενή με ανάπτυξη καρκίνου του μαστού σε ηλικία μικρότερη των 40 χρόνων.
* αρκετά μέλη της οικογένειας με καρκίνο ωοθηκών ή παχέως εντέρου.

Η υψηλή κοινωνικό-οικονομική κατάσταση, αν και δεν έχει διευκρινιστεί ο ρόλος της, όμως ο καρκίνος του μαστού είναι συχνότερος σε αποφοίτους Πανεπιστημιακών Σχολών.
άνδρες με αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων στο αίμα τους που προκαλούν γυναικομαστία, είτε από κάποια συνοδό πάθηση ή από εξωγενή φαρμακευτική δράση.
άνδρες που εμφανίζουν το σπάνιο σύνδρομο Klinefelter, βουβωνοκήλη, κρυψορχία ή έχουν μειωμένη στάθμη τεστοστερόνης, η οποία επιτρέπει την αύξηση του μαζικού αδένα, εμφανίζουν 20 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.
άνδρες που εκτέθηκαν επανειλημμένα σε ακτινοβολίά κατά τη νεαρή τους ηλικία.

Κλινική εικόνα – Συμπτώματα
Οι άνδρες δυστυχώς στην πλειοψηφία τους δεν αντιλαμβάνονται τον καρκίνο στο μαστό τους, παρά σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Αυτό είναι ίσως λίγο ειρωνικό, διότι λόγω της κατασκευής του ανδρικού μαστού, η ψηλάφηση του είναι πολύ πιο εύκολη από αυτή του γυναικείου μαστού. Οι άνδρες όμως επαναπαύονται όταν διαπιστώσουν κάτι ψηλαφητό στο μαστό τους. Διότι έχοντας την εμπειρία της παροδικής εφηβικής γυναικομαστίας και της ανάπτυξης ψηλαφητού μορφώματος σ’ αυτήν την ηλικία, εκλαμβάνουν και την περίπτωση του ογκιδίου που εμφανίζεται σε προχωρημένη ηλικία, ότι θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε καλοήθη πάθηση.
Το πλέον συχνό σύμπτωμα είναι το ανώδυνο ψηλαφητό ογκίδιο στον ανδρικό μαστό που ανακαλύπτεται από τον ίδιο τον ασθενή και συνήθως εντοπίζεται κάτω από την περιοχή της θηλής και της θηλαίας άλω όπου υπάρχει και η μεγαλύτερη συγκέντρωση μαζικού ιστού. Ακόμη όμως και άλλα συμπτώματα, όπως η αλλαγή μεγέθους ή ακόμη και σχήματος του ενός μαστού, εξέλκωση (πληγή) στο δέρμα του μαστού, έκκριμα από τη θηλή του μαστού, εισολκή της θηλής, εξάνθημα ή τέλος ψηλαφητοί μασχαλιαίοι λεμφαδένες μπορεί να αποτελούν την κλινική εκδήλωση ενός καρκίνου του μαστού.


Διαγνωστική προσέγγιση
Η διαγνωστική προσέγγιση ξεκινά με την κλινική εξέταση όπου γίνεται λεπτομερής καταγραφή του ατομικού και κληρονομικού ιστορικού και των συμπτωμάτων, που αναφέρει ο ασθενής ακολουθούν η επισκόπηση και η ψηλάφηση των μαστών και τα ευρήματα καταγράφονται στο ιστορικό του ασθενούς.
Η κλινική εξέταση θα πρέπει να συμπληρωθεί με άλλες εξετάσεις όπως μαστογραφία, υπέρηχοι, παρακέντηση με λεπτή βελόνα και κυτταρολογική εξέταση.
Εφόσον διαπιστωθεί καρκίνος του μαστού, τότε ο προεγχειρητικός έλεγχος συμπληρώνεται με αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας, αξονική τομογραφία θώρακος και μεσοπνευμονίου και σπινθηρογράφημα οστών.

Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η εκλογή της θεραπευτικής αγωγής βασίζεται στην σταδιοποίηση της νόσου με τον ίδιο τρόπο που γίνεται και στη γυναίκα.
Η πιο συχνή θεραπευτική αντιμετώπιση στον άνδρα είναι η μαστεκτομή, που συνοδεύεται από λεμφαδενικό καθαρισμό της σύστοιχης μασχάλης (τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή) αφού ο μαζικός αδένας στον άνδρα είναι λίγος και δεν επιτρέπει την ασφαλή εξαίρεση μόνου του όγκου.
Ανάλογα με το στάδιο και την ηλικία ακολουθεί χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή ορμονοθεραπεία.
Πηγή