Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Κατευθυνόμενη υπό αξονικής τομογραφίας βιοψία στην περιοχή κεφαλής και τραχήλου

Κατευθυνόμενη υπό αξονικής τομογραφίας βιοψία στην περιοχή κεφαλής και τραχήλου

Διαβάστε το άρθρο με τη βοήθεια του zoom..

zoom σελίδας 1                         zoom σελίδας 2                       zoom σελίδας 3
zoom σελίδας 4                         zoom σελίδας 5                       zoom σελίδας 6
zoom σελίδας 7                       zoom σελίδας 8








Ο καρκίνος του μαστού είναι δέκα διαφορετικές νόσοι

Ο καρκίνος του μαστoύ μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί ανακριβή όρο-‘ομπρέλα’ για 10 διαφορετικές νόσους, σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Nature.’
Οι ερευνητές εστίασαν στον καρκίνο μαστού σε 2.000 γυναίκες από τη Βρετανία και τον Καναδά και συνειδητοποίησαν ότι οι καρκίνοι, ενώ βρίσκονται κάτω από ένα ενοποιημένο είδος νόσου έχουν διαφορετικούς υπότυπους. Επειδή τα νοσοκομεία συχνά διενεργούν ευρύ δίκτυο εξετάσεων και δεν διασπούν περαιτέρω το είδος του καρκίνου του μαστού από τις ευρύτερες κατηγοριοποιήσεις του, οι αγωγές θα μπορούσαν να μην είναι τόσο εξειδικευμένες όσο θα έπρεπε, δήλωσαν οι ερευνητές.


Ο ερευνητής Carlos Caldas, του πανεπιστημίου του Cambridge, δήλωσε ότι με βάση τα αποτελέσματα ανακατηγοριοποίησε τον καρκίνο του μαστού σε 10 είδη-κάνοντας τον καρκίνο μαστού όρο-‘ομπρέλλα’ για ακόμα μεγαλύτερο αριθμό νόσων. Πρόσθεσε ότι προχωρήσαμε από τη γνώση του με τι μοιάζει ο καρκίνος μαστού στο μικροσκόπιο στο να εντοπίσουμε τη μοριακή του ανατομία και τελικά θα γνωρίζουμε σε ποια φάρμακα θα ανταποκριθεί.


Ο καρκίνος μαστού συνήθως κατηγοριοποιείται με δείκτες σε όγκους και η αγωγή ποικίλλει με βάση τη συγκεκριμένη πληροφορία. Για παράδειγμα, οι νόσοι με υποδοχείς οιστρογόνων θα έπρεπε να ανταποκρίνονται σε ορμονικές θεραπείες όπως η ταμοξιφένη.


Ποσοστό 70% των καρκίνων μαστού ανταποκρίνονται σε ορμονικές θεραπείες, αλλά οι ανταποκρίσεις μπορούν να ποικίλλουν. Για αυτό η ικανότητα να φτάνουμε συγκεκριμένα στο είδος της νόσου που επηρεάζει την ασθενή θα μπορούσε να είναι σημαντική, ‘ένας εντελώς νέος τρόπος να κοιτάξουμε τον καρκίνο του μαστού.’


Ο Dr. Harpal Kumar, του Cancer Research UK, δήλωσε ότι η έρευνα θα αλλάξει τον τρόπο που εστιάζουμε στον καρκίνο μαστού, θα έχει τεράστια σημασία στα επόμενα χρόνια στη διάγνωση και αγωγή του καρκίνου του μαστού. Θεωρεί ότι πρόκειται για σημαντική έρευνα.
Οι πληροφορίες θεωρείται ότι θα επηρεάσουν τον τρόπο που ο καρκίνος του μαστού αντιμετωπίζεται, στις επόμενες γενεές.


Ο Caldas δήλωσε ότι η παρούσα έρευνα δεν θα επηρεάσει τον τρόπο που οι γυναίκες διαγιγνώσκονται σήμερα με καρκίνο του μαστού. Αλλά στο μέλλον οι ασθενείς θα λαμβάνουν θεραπεία που θα στοχεύει στο γενετικό αποτύπωμα του όγκου.
Πηγή 

Μαγνητική τομογραφία στην απεικονιστική διερεύνηση του εμβρύου


Γράφει η Γεωργία Παπαϊωάννου, Ακτινολόγος - Παιδοακτινολόγος ΜΗΤΕΡΑ

Η μαγνητική τομογραφία (Μ.Τ.) εμβρύου αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημαντική συμπληρωματική μέθοδο στον υπερηχοτομογραφικό (ΥΗ) προγεννητικό έλεγχο, την κύρια και πρώτη τεχνική απεικονιστικής διερεύνησης αυτού. Στην αναγκαιότητα της Μ.T. εμβρύου οδήγησαν τόσο η πρόοδος της εμβρυϊκής ιατρικής όσο και η τεχνολογική εξέλιξη του μαγνητικού τομογράφου.

Ο ρόλος της μαγνητικής τομογραφίας στην απεικόνιση των συστημάτων του εμβρύου επικεντρώνεται αρχικά στην επιβεβαίωση και στο χαρακτηρισμό ανωμαλιών που εντοπίζονται από τον προγεννητικό υπερηχοτομογραφικό έλεγχο ρουτίνας και στη συνέχεια στην αναζήτηση άλλων, υπερηχογραφικά αμυδρών ανωμαλιών ανάπτυξης, λόγω της δυνατότητας καλύτερης ανάλυσης και διαφοροποίησης των ιστών (πίνακας 1). Η Μ.Τ. εμβρύου τροποποιεί τον χειρισμό της εγκυμοσύνης τουλάχιστον στο 50% των περιπτώσεων, καθώς τα αποτελέσματά της επηρεάζουν τις αποφάσεις τόσο των κλινικών ιατρών όσο και των γονέων. Με τη συνεχή πρόοδο της μεθόδου (τεχνικές διάχυσης και παράλληλης απεικόνισης) αναμένεται ουσιαστική συμβολή στην κατανόηση τόσο της φυσιολογικής όσο και της παθολογικής διαδικασίας της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Η κύρια, αλλά όχι αποκλειστική, εφαρμογή της Μ.Τ. εμβρύου αφορά στη μελέτη του εμβρυϊκού ΚΝΣ.



Πλεονεκτήματα της Μ.Τ. εμβρύου
Η Μ.Τ. εμβρύου ξεπερνά πολλούς από τους τεχνικούς περιορισμούς του ΥΗ, όπως σε ολιγοϋδράμνιο, αυξημένο σωματικό δείκτη της μητέρας και προχωρημένη ηλικία κύησης, όπου η υπερηχοτομογραφική απεικόνιση, κυρίως των δομών του εγκεφάλου και ειδικά του οπισθίου βόθρου, περιορίζεται από το οστεοποιημένο κρανίο. Επιπλέον, βοηθά στην επιβεβαίωση των υπερηχοτομογραφικών ευρημάτων και επικεντρώνεται στη λεπτομερέστερη αναζήτηση πιθανών συνοδών ανωμαλιών, ιδιαίτερα κατά τη μελέτη του εμβρυϊκού ΚΝΣ. Η Μ.Τ. εμβρύου είναι δυνατόν να εντοπίσει ασαφείς από το ΥΗ ανωμαλίες στο 50% των εμβρύων που εξετάζονται με ποικίλες ενδείξεις.

Η πρώτη αναφορά Μ.Τ. εμβρύου έγινε το 1983. Αρχικά η μέθοδος εφαρμοζόταν στη μελέτη ανωμαλιών του πλακούντα και της μητέρας, καθώς η ποιότητα της εικόνας για τη μελέτη του εμβρύου επηρεαζόταν πολύ από κινητικά σφάλματα τεχνικής. Απόπειρες μείωσης των σφαλμάτων τεχνικής γίνονταν με έγχυση μυοχαλαρωτικών στην ομφαλική φλέβα. Με την αλματώδη τεχνολογική εξέλιξη της Μ.Τ. και με την ανάπτυξη γρήγορων ακολουθιών με επανεστιαζόμενους παλμούς στην αρχή της δεκαετίας του 1990, η απεικόνιση του εμβρύου με Μ.Τ. απέκτησε τη δυνατότητα ανάκτησης εικόνων προσανατολισμού Τ2 σε δέκατα του δευτερολέπτου, μειώνοντας αποτελεσματικά τα σφάλματα τεχνικής, που οφείλονται στη μητρική αναπνοή και στις κινήσεις του εμβρύου.
Στα περισσότερα τμήματα η Μ.Τ. γίνεται κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης (22η εβδομάδα) ή και αργότερα, για ελαχιστοποίηση των δυσχερειών που οφείλονται στο μικρό μέγεθος, στην αυξημένη κινητικότητα των νεαρότερων εμβρύων και στην ανωριμότητα των υπό εξέταση δομών.

Ασφάλεια της εξέτασης
Η Μ.Τ. εμβρύου θεωρείται απόλυτα ασφαλής εφόσον υπάρχει ένδειξη να πραγματοποιηθεί, ειδικά μετά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Οι προβληματισμοί για την ασφάλεια του εμβρύου στο πρώτο τρίμηνο σχετίζονται με την πιθανότητα τερατογένεσης και βλάβης της ακοής, από τους έντονους θορύβους που δημιουργούν τα πηνία. Ωστόσο, μελέτες από το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνουν ότι ο κίνδυνος ακουστικής βλάβης στο έμβρυο είναι αμελητέος. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης δεν χορηγείται καταστολή, ούτε ενδοφλέβια σκιαγραφική ουσία, λόγω δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Η συμπλήρωση έντυπου συγκατάθεσης για την εξέταση θεωρείται απαραίτητη.

Η εξέταση πραγματοποιείται σε μαγνητικούς τομογράφους μέχρι 1,5Τ. Η μητέρα προσέρχεται νηστική, ξαπλώνει σε ύπτια ή αριστερή πλάγια θέση και εφαρμόζεται πολυκάναλο πηνίο που παρέχει υψηλή αναλογία σήματος - θορύβου.

Το πρωτόκολλο της εξέτασης περιλαμβάνει:

-Λήψη εντοπιστικών ακολουθιών στους τρεις άξονες της κοιλιάς της μητέρας, προς καθορισμό του προσανατολισμού του εμβρύου και προσδιορισμό της εμβρυϊκής πλαγιότητας.

-Ακολουθίες Half-Fourier Single-Shot TSE υψηλής ευκρίνειας στους τρεις άξονες της εμβρυϊκής περιοχής που εξετάζεται. Η προσπάθεια εστιάζει στον σχεδιασμό της κάθε ακολουθίας με βάση τους άξονες της αμέσως προηγούμενης ακολουθίας, ώστε να ελαχιστοποιείται η επίδραση από την έστω και μικρή εμβρυϊκή κίνηση. Θεωρείται ικανοποιητική η λήψη δύο ακολουθιών υψηλής ποιότητας σε κάθε άξονα. Εφόσον σε κάθε ακολουθία κάθε εικόνα ανακτάται ξεχωριστά, η κίνηση του εμβρύου επηρεάζει μόνο τη μεμονωμένη εικόνα που λαμβάνεται τη στιγμή της κίνησης και όχι την προηγούμενη ή την επόμενη. Καθώς οι ακολουθίες Τ2 είναι καλύτερες ποιοτικά από τις Τ1, προηγούνται χρονικά στο πρωτόκολλο.

-Ακολουθία Τ1 κατά τον εγκάρσιο άξονα με κράτημα της αναπνοής της μητέρας, η οποία χρησιμεύει στην αξιολόγηση αλλοιώσεων που έχουν εντοπιστεί στις προηγούμενες ακολουθίες. Η ανατομική ευκρίνεια της συγκεκριμένης ακολουθίας είναι μικρότερη, ωστόσο εστιακές αλλοιώσεις αυξημένης έντασης σήματος στον εγκέφαλο αντιστοιχούν σε αιμορραγικές εστίες ή σε αποτιτανώσεις.

-Ακολουθία Τ2* gradient echo στον εγκάρσιο άξονα σε εξέταση εγκεφάλου, όταν υπάρχει υποψία αιμορραγικής εστίας.

-Ακολουθία διάχυσης.
Πολλοί κατασκευαστές προσανατολίζονται στη δημιουργία ακολουθιών αλληλεπίδρασης, ώστε να υπάρχει δυνατότητα να αναπροσαρμόζονται οι παράμετροι σάρωσης σε πραγματικό χρόνο κατά την εξέλιξη της εξέτασης, χωρίς να απαιτείται σχεδιασμός νέας ακολουθίας, με αποτέλεσμα τη μείωση του συνολικού χρόνου εξέτασης.


Η διάρκεια της εξέτασης σε μονήρη κύηση είναι κατά μέσον όρο 30΄ και επηρεάζεται σημαντικά από την κινητικότητα του εμβρύου. Για να ελαχιστοποιηθεί η κίνηση του εμβρύου λαμβάνονται μέτρα, όπως νηστεία της μητέρας για 4 ώρες πριν από την εξέταση και φροντίδα ώστε να αισθάνεται άνετα και βολικά κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Περιορισμοί της Μ.Τ. εμβρύου
Η εμβρυϊκή κίνηση αποτελεί τον κύριο περιορισμό, ο οποίος όμως έχει μειωθεί με την πρόοδο των γρήγορων ακολουθιών Τ2 προσανατολισμού. Η εμβρυϊκή κίνηση ωστόσο μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της εξέτασης, ακόμα και με την ταχεία ανάκτηση εικόνων. Επιπλέον περιορισμοί είναι το μικρό μέγεθος των μελετώμενων δομών (συνήθως ο εμβρυϊκός εγκέφαλος ή η σπονδυλική στήλη) και η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο έμβρυο (που βρίσκεται στην ενδομητρική κοιλότητα) και το πηνίο (που περιβάλλει την κοιλία και την πύελο της μητέρας)1. Αυτοί οι περιορισμοί αντιμετωπίζονται με την πρόοδο στον σχεδιασμό των πηνίων (αυξανόμενος αριθμός διαύλων), ωστόσο αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συνεισφέρουν στους εγγενείς περιορισμούς της μεθόδου σε έμβρυα μικρής ηλικίας. Η μητρική κλειστοφοβία και ανησυχία κατά την εξέταση αποτελούν επίσης περιορισμούς της Μ.Τ. σε σχέση με το ΥΗ, ιδιαίτερα σε προχωρημένη κύηση, οι οποίοι ελαττώνονται σημαντικά στον ανοιχτό μαγνητικό τομογράφο (Philips Panorama Open Magnet 1.0T).
Μελλοντικές εφαρμογές Μ.Τ. εμβρύου
Τρισδιάστατη κολονογραφία με βάση το μηκώνιο και χρήση δυναμικών ακολουθιών για παρατήρηση των εμβρυϊκών κινήσεων και ερμηνεία της ανάπτυξης και ωριμότητας του ΚΝΣ.
Εικ. 1.  Κοιλιομεγαλία με αγενεσία μεσολοβίου: Εικόνα κολποκεφαλίας (δυσανάλογη αύξηση των ινιακών κεράτων των πλαγίων κοιλιών) στις εγκάρσιες ακολουθίες με παράλληλη διάταξη των σωμάτων των πλαγίων κοιλιών σε έμβρυο 21 εβδομάδων κύησης (α) και απουσία ανάδειξης μεσολοβίου στη μέση οβελιαία διατομή σε έμβρυο 32 εβδομάδων κύησης (β).


Εικ. 2.  Μεμονωμένη κοιλιομεγαλία σε έμβρυο 32 εβδομάδων: Η Μ.Τ. πρέπει να επιβεβαιώσει την απουσία άλλων αναπτυξιακών ανωμαλιών στον εμβρυϊκό εγκέφαλο, οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς την πρόγνωση για τη νευροαναπτυξιακή εξέλιξη του εμβρύου, να ελέγξει την ανάπτυξη των δομών του εμβρυϊκού εγκεφάλου και κατά πόσον αυτή συμβαδίζει με την ηλικία κύησης.

Εικ. 3.  Ανωμαλίες του οπισθίου βόθρου: Σύμπλεγμα Dandy-Walker (υποπλασία του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας, κυστική διάταση της 4ης κοιλίας, μεγάλος οπίσθιος βόθρος) σε υπερκινητικό, λόγω ηλικίας, έμβρυο (20 εβδομάδων). Η μαγνητική τομογραφία επιβεβαιώνει την ανωμαλία που κάποιες φορές είναι τεχνικά δύσκολο να απεικονιστεί με το υπερηχοτομογράφημα και διευκρινίζει αν υπάρχουν άλλες συνοδές ανωμαλίες που σχετίζονται με δυσμενέστερη πρόγνωση.
Εικ. 4.  Πνευμονικό μόρφωμα αριστερού ημιθωρακίου σε έμβρυο 31 εβδομάδων. Η διαφοροδιάγνωση περιλαμβάνει συγγενή διαφραγματοκήλη και κυστική αδενοματώδη δυσπλασία. Λόγω της μορφολογίας και της παρατηρούμενης ασυνέχειας του αριστερού ημιδιαφράγματος ως πιθανότερη διάγνωση θεωρείται η πρώτη.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας & 27η Εκπαιδευτική Συνάντηση Ειδικευομένων Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας

12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας & 27η Εκπαιδευτική Συνάντηση Ειδικευομένων Ακτινοθεραπευτικής Ογκολογίας
24-27 Μαΐου 2012 Κυλλήνη, Πελοπόννησος


Πρόγραμμα
Πληροφορίες
Πηγή

Εφαρμογή της Μαγνητικής Τομογραφίας Καρδιάς στον Σακχαρώδη Διαβήτη

Εφαρμογή της Μαγνητικής Τομογραφίας Καρδιάς στον Σακχαρώδη Διαβήτη

Διαβάστε το άρθρο με τη βοήθεια του zoom..






Σχέση χρόνου από την τελευταία γέννα , ηλικία κατά την πρώτη τεκνοποίηση και μητρότητας με την επιβίωση από καρκίνο του μαστού


Αναπαραγωγικοί παράγοντες, οι οποίοι έχουν μια καλά τεκμηριωμένη επίδραση στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, μπορεί επίσης να επηρεάσουν την πρόγνωση της νόσου, όμως, παλαιότερες μελέτες για την επιβίωση του καρκίνου του μαστού είχαν καταλήξει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Στην παρούσα μελέτη από τη Νορβηγία συνδυάστηκαν τα δεδομένα από δύο πληθυσμιακά αρχεία και  συλλέχθηκαν πληροφορίες σχετικά με 16.970 γυναίκες που είχαν τεκνοποιήσει και εμφάνισαν διηθητικό καρκίνο του μαστού.
Οι αναλύσεις στρωματοποιήθηκαν ανάλογα με την ηλικία κατά τη διάγνωση (<50 και ≥ 50 ετών) ως μια προσέγγιση για την ηλικία της εμμηνόπαυσης.
Σε γυναίκες που έχουν διαγνωσθεί πριν από την ηλικία των 50 ετών, τα ποσοστά επιβίωσης από καρκίνο του μαστού μειώθηκαν όσο νεώτερη ήταν η ηλικία κατά τη διάγνωση (p <0,001), ενώ στις γυναίκες που διαγνώστηκαν σε ηλικία 50 ετών ή μεγαλύτερη, η επιβίωση μειώθηκε με τη μεγαλύτερη ηλικία κατά τη διάγνωση (p 0,011).
Για τον καρκίνο του μαστού πριν από την ηλικία των 50 ετών, η επιβίωση ήταν φτωχότερη σε γυναίκες με τέσσερις ή περισσότερες γεννήσεις σε σύγκριση με τις γυναίκες με μία ή δύο γεννήσεις (HR 1,3, 95% CI: 1.1-1.6). Ένα σύντομο χρονικό διάστημα από την τελευταία γέννηση συσχετίστηκε με μειωμένη επιβίωση (p 0,05), αλλά προσαρμόζοντας τα δεδομένα στο στάδιο της νόσου και το βαθμό κακοήθειας, η συσχέτιση εξασθένησε. Μεταξύ των γυναικών που διαγιγνώσκονται σε ηλικία 50 ετών ή μεγαλύτερη δεν βρέθηκε καμία συσχέτιση κάποιων από τους αναπαραγωγικούς παράγοντες με την επιβίωση.
Συμπερασματικά, οι αναπαραγωγικοί παράγοντες σχετίζονται με την επιβίωση από τον καρκίνο του μαστού σε γυναίκες νεώτερες των 50 ετών και όχι στις μεγαλύτερες.
Παράπλευρη διαπίστωση ήταν ότι οι νέες σε ηλικία ασθενείς είχαν ιδιαίτερα κακή πρόγνωση καθ 'όλη τη διάρκεια της μελέτης.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Σοβαρή επιπλοκή της κύησης εντοπίζεται με μαγνητική τομογραφία


pregnant-examined-by-doctor
Ο έλεγχος με μαγνητική τομογραφία είναι πολύ αποτελεσματικός στον εντοπισμό της απειλητικής για τη ζωή της εγκύου επιπλοκής της κύησης που ονομάζεται στιφρός πλακούντας, σύμφωνα με τα ευρήματα μιας μελέτης που παρουσιάσθηκε στο συνέδριο της Ακτινολογικής Εταιρείας Βορείου Αμερικής.
Ο όρος στιφρός πλακούντας (placenta accreta) χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ανώμαλη πρόσφυση του πλακούντα στο μυομήτριο της εγκύου και είναι μια επιπλοκή που μπορεί κατά τη διάρκεια του τοκετού να θέσει τη γυναίκα σε κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας.
«Λόγω της αύξησης των καισαρικών τομών και άλλων χειρουργικών επεμβάσεων που αφήνουν ουλές στο τοίχωμα της μήτρας, αλλά και του αριθμού γυναικών που τεκνοποιούν σε μεγαλύτερη ηλικία, η επίπτωση του στιφρού πλακούντα έχει αυξηθεί δραματικά κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας», επισημαίνει η κύρια ερευνήτρια της μελέτης Dr. Reena Malhotra, ακτινολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο.
Αν και ο προγεννητικός έλεγχος ρουτίνας συχνά εντοπίζει το στιφρό πλακούντα, δεν οδηγεί πάντα σε οριστική διάγνωση όλων των περιστατικών, αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Η Dr. Malhotra και οι συνάδελφοί της συνέκριναν τα ευρήματα των μαγνητικών τομογραφιών και τα χειρουργικά και/ή παθολογικά αποτελέσματα 71 γυναικών που είχαν υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία μετά από ένα προγεννητικό υπερηχογράφημα ή μια κλινική εξέταση που έθεταν υποψία στιφρού πλακούντα ή επειδή είχαν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για την εν λόγω επιπλοκή.
Τα αποτελέσματα της σύγκρισης έδειξαν ότι η μαγνητική τομογραφία είχε 90,1% ακρίβεια στην ανίχνευση της παρουσίας στιφρού πλακούντα.
«Η μελέτη μας δείχνει ότι η μαγνητική τομογραφία αποτελεί μια εξαιρετικά χρήσιμη προσθήκη στον υπερηχογραφικό έλεγχο της εγκύου για τον εντοπισμό της απειλητικής για τη ζωή της γυναίκας αυτής επιπλοκής», καταλήγουν οι ερευνητές.
Πηγή

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Η απώτερη τοξικότητα του πνεύμονα εξαιτίας της ΑΚΘ στο μαστό



Γράφει η ΜΗΛΙΑΔΟΥ ΑΝΘΗ.
Σύμφωνα με μία νέα μελέτη, η ακτινοθεραπεία σε ολόκληρο το μαστό για τον πρώιμο καρκίνο του μαστού δεν αυξάνει την απώτερη τοξικότητα του πνεύμονος σε σύγκριση με την ΑΚΘ μετά από μαστεκτομή. Ταυτόχρονα στη συγκεκριμένη μελέτη φάνηκε ότι όταν μία ασθενής εμφανίσει οξεία ακτινική πνευμονίτιδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν είναι σε αυξημένο κίνδυνο για επιπλοκές από τον πνεύμονα μετά από 25 χρόνια. Η οξεία πνευμονίτιδα δεν προδιαθέτει στην ανάπτυξη απώτερης ίνωσης.
Τα στοιχεία από αυτή τη μελέτη προέρχονται από τη χρονική περίοδο κατά την οποία η συντηρητική θεραπεία του μαστού (ογκεκτομή + ακτινοθεραπεία) ήταν αμφισβητούμενη θεραπευτική προσέγγιση.
Στη συγκεκριμένη μελέτη συμμετείχαν 247 ασθενείς με καρκίνο του μαστού σταδίου Ι και ΙΙ. Τυχαιοποιήθηκαν μεταξύ τροποποιημένης ριζικής μαστεκτομής ή συντηρητικής θεραπείας (45 έως 48.6 Gy σε ολόκληρο το μαστό, 15 έως 20 Gy boost-επιπρόσθετη δόση στην κοίτη του όγκου). Οι θεραπείες χορηγήθηκαν από το 1979 έως το 1987, στο National Cancer Institute (NCI), BethesdaMaryland.
Μετά από 25 χρόνια, 102 ασθενείς ήταν ακόμη εν ζωή και 61 ασθενείς από αυτές συμμετείχαν σε μία νέα μελέτη. Όλες αυτές οι ασθενείς που στη δεύτερη μελέτη ήταν πλέον προχωρημένης ηλικίας μελετήθηκαν για δύο συνεχόμενες μέρες με απεικονιστικές εξετάσεις και έλεγχο της πνευμονικής λειτουργίας με διάφορα τεστ. Συγκρίνοντας τις δύο αρχικές θεραπευτικές προσεγγίσεις δεν φάνηκε κάποια διαφορά ούτε στα απεικονιστικά ευρήματα της πνευμονικής ίνωσης ούτε στη συμπτωματολογία του πνεύμονα. Άρα έχουν ισοδύναμη πνευμονική τοξικότητα.
Ένα χρόνο μετά τη θεραπεία, η συμπτωματική πνευμονίτιδα ήταν υψηλότερη με τη συντηρητική θεραπεία (n=31) σε σύγκριση με τη μαστεκτομή (n=30) (16.7% έναντι 0%, P =0.02). Παρόλ’αυτά, 25 χρόνια αργότερα, οι ασθενείς με πνευμονίτιδα δεν είχαν αυξημένη πιθανότητα να εκδηλώσουν απώτερη ίνωση ή ανωμαλίες στη λειτουργικότητα του πνεύμονα.
Είναι γνωστό ότι η πνευμονίτιδα και η ίνωση αναπτύσσεται όταν ακτινοβολείται ο δεξιός μαστός ενώ η στεφανιαία νόσος αναπτύσσεται όταν ακτινοβολείται ο αριστερός μαστός.
Γενικώς 25 χρόνια μετά, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή είχαν πλεονέκτημα στην επιβίωση. Πρέπει να διερευνηθεί εάν αυτό οφείλεται στη πνευμονική και καρδιακή τοξικότητα που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία του μαστού.
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη της ίνωσης, με βάση την απεικόνιση και τη μελέτη των λειτουργικών δοκιμασιών του πνεύμονα, δεν συσχετίστηκαν με την ηλικία του ασθενούς, τη χορήγηση χημειοθεραπείας (οι ασθενείς με διηθημένους λεμφαδένες έλαβαν χημειοθεραπεία κατά την αρχική διάγνωση της νόσου), τη θέση της πρωτοπαθούς εξεργασίας (αριστερά ή δεξιά), την ανάπτυξη ομόπλευρης υποτροπής ή ετερόπλευρου καρκίνου, το ιστορικό καπνίσματος, άσθματος ή διάμεσης νόσου του πνεύμονα (P >0.05 για όλους τους παράγοντες). 
Παρουσιάστηκε στο American Society for Radiation Oncology (ASTRO), 53rd Annual Meeting, Miami BeachFlorida

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Ακτινοβολία και παιδιά


Ακτινοφυσικός Ιατρικής Ph.D., M.Sc.
Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, Τμήμα Ακτινοθεραπείας


Ακτινοβολία είναι μια μορφή ενέργειας ( μηχανική, κινητική, πυρηνική, κλπ), η οποία εκπέμπεται από κάποια πηγή και διαδίδεται στο χώρο με πολύ μεγάλη ταχύτητα (πρακτικά την ταχύτητα του φωτός). Ο άνθρωπος εκτίθεται συνεχώς σε ακτινοβολία τόσο από το φυσικό του περιβάλλον όσο και από τεχνητές πηγές. Η ακτινοβολία αυτή επιδρά πάνω του κατά τρόπο πολύπλοκο, άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε βλαπτικά, ανάλογα με το είδος της, την έντασή της και την ενέργεια που μεταφέρει.
Η αξία της για τα παιδιά είναι ζωτικής σημασίας, αφού χωρίς αυτήν, ως πηγή ορατού φωτός, δε θα ήταν εφικτός ο μεταβολισμός της βιταμίνης D, που τόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει στην ανάπτυξή τους.


Όμως είναι όλες οι ακτινοβολίες ίδιες;


Οι ακτινοβολίες ανάλογα με τη συχνότητά τους διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Α) Σε ιοντίζουσεςακτινοβολίες και Β) σε μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, που αποτελούν τις δύο συνιστώσες του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος (εικόνα 1). Οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες κατά την αλληλεπίδρασή τους με την ύλη μετατρέπουν τα άτομα των στοιχείων σε ιόντα διασπώντας τους δεσμούς τους, ενώ οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες μεταφέρουν σχετικά μικρότερα ποσά ενέργειας μη ικανά να διασπάσουν τους δεσμούς των ατόμων, ικανές όμως να προκαλέσουν βλάβες στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών.


Α) Οι πηγές της ιοντίζουσας ακτινοβολίας είναι φυσικές και τεχνητές. Οι κυριότερες φυσικές πηγές είναι η κοσμική ακτινοβολία (που προέρχεται από τον ήλιο και το διάστημα) και η γήινη ακτινοβολία (που προέρχεται από το υπέδαφος, πετρώματα, πυρήνας της γης, κλπ). Οι τεχνητές πηγές της ακτινοβολίας προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και αφορούν κυρίως ιατρικές χρήσεις (σε διάγνωση και θεραπεία), αλλά και βιομηχανικές (αποστείρωση φαρμακευτικών σκευασμάτων – ουσιών – υλικών, ακτινοβόληση τροφίμων, έλεγχο συγκόλλησης μετάλλων, κλπ). Στις τεχνητές πηγές ακτινοβολίας θα πρέπει να προστεθεί και η ραδιορρύπανση του περιβάλλοντος που οφείλεται σε πυρηνικές δοκιμές στην ατμόσφαιρα που έγιναν πριν το 1962 και σε πυρηνικά ατυχήματα, όπως αυτό στο Τσέρνομπιλ το 1986 ή αυτό της Φουκουσίμα το 2011 (ανεπαίσθητο σε σχέση με αυτό στο Τσέρνομπιλ).


Η έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία μπορεί να έχει άμεσα ή μακροπρόθεσμα βλαπτικά αποτελέσματα για την υγεία.


 Για πολύ μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας, η έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε άμεση καταστροφή κυττάρων και να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Δόσεις που οδηγούν σε άμεσα αποτελέσματα έχουν παρατηρηθεί μόνο σε μεγάλα ραδιολογικά ή πυρηνικά ατυχήματα και μόνο για ανθρώπους που βρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος.


 Για σχετικά χαμηλές δόσεις, μικρότερες από αυτές που οδηγούν σε άμεσα αποτελέσματα, υπάρχει στατιστικά η πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης καρκίνου ή μετάλλαξης στο γενετικό υλικό, ανάλογα με την απορροφηθείσα δόση. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι βλάβες εκείνες που προκαλούνται στο γενετικό υλικό του κυττάρου, διότι αυτές συνδέονται τόσο με τη μεταβίβαση κληρονομικών ανωμαλιών στους απογόνους όσο και με τη διαδικασία της καρκινογένεσης. Η αποκτηθείσα επιστημονική γνώση μας επιτρέπει να περιλάβουμε τις ακτινοβολίες στους 4000 και πλέον καταγεγραμμένους καρκινογόνους παράγοντες - κατά κανόνα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας - που απειλούν καθημερινά τη ζωή μας. Στην κλίμακα επικινδυνότητας, οι ακτινοβολίες κατατάσσονται στους σχετικά ήπιους καρκινογόνους παράγοντες.


Το δοσιμετρικό μέγεθος που συνδέεται με τον ενεχόμενο κίνδυνο για τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της ακτινοβολίας είναι η ενεργός δόση. Η ενεργός δόση εξαρτάται από την απορροφούμενη στο ανθρώπινο σώμα ενέργεια, το είδος της ακτινοβολίας και το είδος του ακτινοβολούμενου ιστού. Μονάδα μέτρησης της ενεργού δόσης είναι το Sievert (Sv) και τα υποπολλαπλάσιά του, mSv και μSv. Η μέση ενεργός δόση ενός ατόμου που οφείλεται στις τεχνητές και στις φυσικές πηγές ραδιενέργειας του γήινου περιβάλλοντος είναι 0.31mSv και 2.4mSv για κάθε χρόνο αντίστοιχα, ενώ η ενεργός δόση που αντιστοιχεί σε μια τυπική ακτινογραφία θώρακος είναι περίπου 0.02mSv και σε μια αξονική τομογραφία θώρακος (εικόνα 2) περίπου 10mSv. 


Στα πλαίσια της εφαρμογής συστήματος ακτινοπροστασίας κάθε κράτος είναι υποχρεωμένο να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες ακτινοπροστασίας, που αφορούν κατά κύριο λόγο τις ιατρικές εκθέσεις, όπως:
Αρχή της αιτιολόγησης: κάθε εφαρμογή που ενέχει έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία, πρέπει να αποφέρει ικανοποιητικό όφελος στα εκτιθέμενα άτομα ή στο κοινωνικό σύνολο, έτσι ώστε να αντισταθμίζεται η πιθανή βλάβη την οποία αυτή μπορεί να προκαλέσει.


Αρχή της βελτιστοποίησης: όλες οι πηγές και τα μηχανήματα παραγωγής ακτινοβολιών πρέπει να προσφέρουν κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες λειτουργίας τους, την καλύτερη δυνατή προστασία και ασφάλεια, έτσι ώστε το μέτρο της ενεχόμενης έκθεσης, η πιθανότητα μη αναμενόμενης έκθεσης και ο αριθμός των εκτιθεμένων ατόμων, να είναι τόσο μικρά όσον αυτό είναι λογικά εφικτό, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες.


Αρχή των ορίων δόσεων: Οι ατομικές εκθέσεις σε ακτινοβολία, οι οφειλόμενες στο σύνολο των πηγών στα πλαίσια των εγκεκριμένων πρακτικών, πρέπει να υπόκεινται σε όρια δόσεων ή όρια κινδύνων, η υπέρβαση των οποίων θεωρείται μη αποδεκτή.


Ειδικότερα για τα παιδιά θα πρέπει ν’ αποφεύγονται αναίτιες ιατρικές εκθέσεις σε ιοντίζουσα ακτινοβολία και να χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μέθοδοι απεικόνισης όπως υπέρηχοι ή μαγνητική τομογραφία. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό θα πρέπει η εξέταση να είναι πλήρως αιτιολογημένη από την κλινική εικόνα και να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ακτινοπροστασίας των ευαίσθητων περιοχών (τοποθέτηση ακτινοπροστατευτικών εξαρτημάτων σε θυρεοειδή αδένα, γεννητικά όργανα, κλπ).


Β) Μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι αυτές που μεταφέρουν σχετικά μικρή ενέργεια, ανίκανη να προκαλέσει ιοντισμό, ικανή όμως να προκαλέσει ηλεκτρικές, χημικές και θερμικές επιδράσεις στα κύτταρα, που μπορούν να αποβούν άλλοτε επιβλαβείς και άλλοτε ευεργετικές για τη λειτουργία τους. Ειδικότερα, μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι οι ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες στις οποίες εντάσσονται τα στατικά ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία, όπως είναι αυτά που δημιουργούνται στο φυσικό περιβάλλον (ραδιοκύματα), τα χαμηλόσυχνα ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία που δημιουργούνται κατά τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας (πυλώνες, καλώδια), τα ραδιοκύματα και τα μικροκύματα που εκπέμπονται από κεραίες επικοινωνιών (κεραίες ραδιοφωνίας και τηλεόρασης (εικόνα 3), σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας συστήματα ραντάρ, κλπ), καθώς και η υπέρυθρη, η ορατή και η υπεριώδης ακτινοβολία.
Οι βιολογικές επιδράσεις των μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές της ιοντίζουσας ακτινοβολίας και εξαρτώνται από την ένταση και τη συχνότητά τους. Έτσι, τα χαμηλόσυχνα ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία επιδρούν στο ανθρώπινο σώμα, επάγοντας πεδία και ρεύματα στο εσωτερικό του, ενώ τα ραδιοκύματα και τα μικροκύματα θερμαίνοντας τα κύτταρα και τους ιστούς.


Οι βλαβερές επιδράσεις στην υγεία που είναι γνωστές για τις μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες είναι αυτές που προκύπτουν κατά την διάρκεια ή αμέσως μετά το πέρας της έκθεσης και προκύπτουν μόνο όταν υπερβαίνονται κάποια κατώφλια – στάθμες επιπέδων έκθεσης. Η έκθεση σε μη ιοντίζουσα ακτινοβολία επηρεάζει κατά κύριο λόγο το κεντρκό νευρικό σύστημα και τα αιμοποιητικά όργανα. 


Ειδικότερα για τα παιδιά, που το κεντρικό νευρικό τους σύστημα είναι υπό ανάπτυξη, θα πρέπει ν’ αποφεύγονται αναίτιες εκθέσεις σε μη ιοντίζουσα ακτινοβολία, όπως για παράδειγμα αποφυγή παραμονής κοντά σε πυλώνες και καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υπερ – υψηλής τάσης, τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από κεραίες κινητής τηλεφωνίας, λογική χρήση ασύρματων – κινητών τηλεφώνων και εάν είναι δυνατό με χρήση ακουστικών, κλπ.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επεμβατικής Ακτινολογίας





Το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επεμβατικής Ακτινολογίας θα πραγματοποιηθεί 11 - 13 Μαϊου 2012στην Πάτρα, στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών.
Πληροφορίες εδώ
Πηγή

15ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΩΝ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 2012

Το 15ο Ετήσιο Συνέδριο Ακτινολόγων Νοτιοδυτικής Ελλάδος θα πραγματοποιηθεί 22 - 23 Ιουνίου 2012, στο Ξενοδοχείο “AldeMar Hotel”, στη Σκαφιδιά, Ηλείας.


Πληροφορίες εδώ
Πηγή

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ρομποτικό σύστημα για μικροεπεμβάσεις εντός μαγνητικού τομογράφου

Ένα πρωτότυπο ρομποτικό σύστημα για μικροεπεμβάσεις εντός μαγνητικού τομογράφου σχεδίασε το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Διάφορες διαγνωστικές και θεραπευτικές επεμβάσεις (π.χ. βιοψίες και καυτηριασμοί όγκων) εκτελούνται με ελάχιστα παρεμβατικές τεχνικές χρησιμοποιώντας απεικονιστικές μεθόδους για το σχεδιασμό τους, την σε πραγματικό χρόνο καθοδήγηση τους, αλλά και την επιβεβαίωση του αποτελέσματός τους. 


Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ευρύτατα οι ακτίνες Χ, ο υπέρηχος και ο αξονικός τομογράφος.
Παρά τις εξαιρετικές απεικονιστικές του δυνατότητες, ο μαγνητικός τομογράφος χρησιμοποιείται σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με άλλες απεικονιστικές μεθόδους, κυρίως λόγω της περιορισμένης πρόσβασης στον ασθενή εντός του τομογράφου. 


Αυτό έχει ως συνέπεια οι επεμβάσεις υπό απεικονιστική καθοδήγηση μαγνητικής τομογραφίας να εκτελούνται κυρίως σε μαγνήτες ανοικτού τύπου (όπου η πρόσβαση στον ασθενή είναι καλύτερη) ή εκτός του μαγνήτη με χρήση εικόνων που έχουν ληφθεί προηγουμένως. 


Η χρήση της μαγνητικής τομογραφίας για την -σε πραγματικό χρόνο- καθοδήγηση επεμβάσεων είναι ιδιαίτερα επιθυμητή με δεδομένη την εξαιρετική ποιότητα εικόνων υψηλής αντίθεσης που παρέχει, τη δυνατότητα τρισδιάστατης απεικόνισης, καθώς και τη δυνατότητα ρύθμισης τόσο του επιπέδου όσο και των διαφόρων παραμέτρων απεικόνισης κατά τη διάρκεια δυναμικής λήψης εικόνων (δηλαδή, σειριακών χρονικά εικόνων). 


Επιπλέον, παρέχεται ασφάλεια τόσο στον ασθενή όσο και στον επεμβατικό ιατρό, αφού δε γίνεται χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας κατά τη λειτουργία του τομογράφου, όπως στην περίπτωση των συστημάτων ακτινών Χ και του αξονικού τομογράφου. 


Με τη χρήση του μαγνητικού τομογράφου επιτυγχάνεται η λήψη εικόνων που αφορούν όχι μόνο στην απεικόνιση της μορφολογίας και ανατομίας, αλλά και της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος.
Πηγή

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Η «πικρή» ιστορία με τις χημειοθεραπείες


Σημαντικός αριθμός ογκολόγων που εκτιμούν ότι οι ασθενείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν χημειοθεραπεία, όταν ρωτήθηκαν γιατί συνεχίζουν να χρησιμοποιούν χημειοθεραπεία στους ασθενείς τους, δήλωσαν ότι αυτό είναι το μόνο που ξέρουν!

ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΛΟΙ ΟΓΚΟΛΟΓΟΙ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ;

Αίσθηση προκάλεσε το δημοσίευμα του «Χρήμα Plus», στο φύλλο της 10ης Μαρτίου, για το «Παιχνίδι θανάτου με τα καρκινοφάρμακα». Το ρεπορτάζ που παρουσιάστηκε, σχετικά με τα ερωτηματικά που προκύπτουν για την αποτελεσματικότητα των αντινεοπλασματικών φαρμάκων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ποτέ έως σήμερα στην Ελλάδα δεν δημοσιεύτηκε μια χρηματοοικονομική μελέτη που να δείχνει το όφελος της χορήγησης τους τόσο για την επιβίωση των ασθενών όσο και για τη βελτίωση της ποιότητας ζωή τους, έφερε στην επιφάνεια νέα στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι η υπόθεση έχει βάθος… 
Στο προηγούμενο δημοσίευμα είχε γίνει ειδική αναφορά στις Ογκολογικές Ερευνητικές Ομάδες, οι οποίες χρησιμοποιούν «προσυμφωνημένα κοινά πρωτόκολλα θεραπείας» για διάφορους τύπους καρκίνου, με στόχο «τη συλλογή και ανάλυση των κλινικών στοιχείων και την παραγωγή νέας γνώσης και προώθησης της θεραπείας κατά του καρκίνου». Όπως ανέφερε στο «ΧΡΗΜΑ Plus» η Ειδική Παθολόγος-Ογκολόγος Δρ. Σάββη Μάλλιου, τα λεφτά είναι πολλά, τόσο για τους γιατρούς που εφαρμόζουν τα «πρωτόκολλα» όσο και για τις φαρμακευτικές εταιρείες, που βλέπουν τις πωλήσεις τους να εκτοξεύονται. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: υπάρχει αποτέλεσμα;

Πειραματισμοί
Όπως αναφέρει η Δρ. Μάλλιου, αν κάποιος που γνωρίζει, μελετήσει τις ανακοινώσεις των Ογκολογικών Ερευνητικών Ομάδων για την πορεία των κλινικών δοκιμών που διεξάγουν, θα δει ότι εφαρμόζονται σχήματα χιλιάδων ευρώ, χωρίς να έχει εφαρμοστεί εξατομικευμένη θεραπεία. Σε κάποιες περιπτώσεις εφαρμόζονται ακόμα και πειραματικές δοκιμές σε ιάσιμους καρκίνους! Ωστόσο, τα κριτήρια ένταξης σε αυτά τα σχήματα δεν εφαρμόζονται, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες από αυτές τις κλινικές δοκιμές δεν έχουν επιτυχία και κλείνουν μη δείχνοντας όφελος.
Περί χημειοθεραπείας…
Το 1986, στο αντικαρκινικό κέντρο McGill, ρωτήθηκαν 118 ογκολόγοι που ειδικεύονται στον καρκίνο του πνεύμονα αν θα χορηγήσουν χημειοθεραπεία για αυτό τον καρκίνο. Τα τρία τέταρτα από αυτούς απάντησαν ότι οι ασθενείς δεν θα πρέπει να λαμβάνουν χημειοθεραπεία. Όταν ρωτήθηκαν γιατί, απάντησαν ότι η χημειοθεραπεία δεν ήταν πολύ αποτελεσματική και είχε πολλές παρενέργειες. Όταν, όμως, ρωτήθηκαν γιατί συνέχισαν να χρησιμοποιούν χημειοθεραπεία στους ασθενείς τους, δήλωσαν ότι αυτό ήταν το μόνο που ήξεραν!
Είναι σημαντικό για τους ασθενείς με καρκίνο να γνωρίζουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Πολλές έρευνες δείχνουν, δυστυχώς, ότι οι γιατροί τους δεν τους ενημερώνουν ποτέ για τους κινδύνους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εύλογα προκύπτει το ερώτημα:μήπως η λύση βρίσκεται στην εξατομικευμένη θεραπεία;

Εξατομικευμένη θεραπεία
Στην εξατομικευμένη θεραπεία, η μοριακή ανάλυση του όγκου αναδεικνύει την αποτελεσματικότητα του κάθε φαρμάκου κι έτσι χρησιμοποιείται το πιο αποτελεσματικό φάρμακο για τον ασθενή και με τον πιο ασφαλή τρόπο, χωρίς τις παρενέργειες περιττών φαρμάκων, χωρίς άσκοπες νοσηλείες και με ασθενείς που μπορούν να συνεχίσουν να προσφέρουν στην κοινωνία. «Οι ογκολόγοι έχουν χρέος και μπορούν να σταματήσουν να καταδικάζουν τους καρκινοπαθείς σε αχρηστία και βέβαιο θάνατο», τονίζει η Δρ. Μάλλιου. Και καταλήγει: «Η χημειοθεραπεία, λόγω των παρενεργειών, πρέπει να γίνεται μόνο σε περιπτώσεις αποδεδειγμένου οφέλους και σε δόσεις θεραπευτικές. Η απόδειξη κυκλοφορίας μεταστατικών κυττάρων στο αίμα πρέπει να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή κυτταροστατικών, τα οποία μέχρι τώρα γίνονται προληπτικά ακόμη και σε ιάσιμους καρκίνους και οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται με λεπτομέρειες για τις παρενέργειες των φαρμάκων και για τα οφέλη της χημειοθεραπείας στη νόσο τους».

«Τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα δεν θεραπεύουν»
Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα λέει στο «Χρήμα Plus» ο Μοριακός Ογκολόγος κ. Σωτήρης Νικολόπουλος, ο οποίος τονίζει ότι «τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα αντιπροσωπεύουν μερικές από τις τοξικότερες ουσίες, αφού έχουν σχεδιαστεί να δρουν ως δηλητήρια. Η ιδέα της χημειοθεραπείας στους καρκινοπαθείς ξεκίνησε αμέσως μετά τα πειράματα με το αέριο μουστάρδας, το χημικό φονικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προωθώντας ένα αντίστοιχο σχέδιο “δηλητηρίασης” των καρκινικών κυττάρων. Εντούτοις, δεν είναι δυνατό να δηλητηριαστούν μόνο τα καρκινικά κύτταρα χωρίς να δηλητηριαστούν συγχρόνως και τα φυσιολογικά κύτταρα».
Σύμφωνα με τον κ. Νικολόπουλο, η παγκόσμια έρευνα έδειξε ότι η χημειοθεραπεία δεν θεραπεύει τον καρκίνο και δεν επεκτείνει τη ζωή. «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει ότι η χημειοθεραπεία βελτιώνει την ποιότητα ζωής του ασθενούς ακόμα και προσωρινά. Πολύχρονες μελέτες έδειξαν ότι η συνεισφορά της χημειοθεραπείας στην επιβίωση των καρκινοπαθών πάνω από 5 χρόνια εκτιμάται να είναι σε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά: 2,1% στις ΗΠΑ και 2,3% στην Αυστραλία [Πηγή: Clinical Oncology (2004) 16: 549-560]», λέει χαρακτηριστικά.
Εντούτοις, όταν οι καρκινοπαθείς ακούνε ότι η χημειοθεραπεία που λαμβάνουν είναι «αποτελεσματική» σκέφτονται ότι η χημειοθεραπεία πραγματικά θα θεραπεύσει τον καρκίνο, αν και, όπως αναφέρει ο κ. Νικολόπουλος, «αυτό που συμβαίνει πραγματικά στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι ότι η χημειοθεραπεία προσωρινά συρρικνώνει τον όγκο (συνήθως για ένα μικρό χρονικό διάστημα), αλλά συγχρόνως δηλητηριάζει τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, έτσι ώστε αργότερα, ο όγκος να αρχίσει να αυξάνεται ισχυρότερος από πριν, οδηγώντας σε πολύ χαμηλά ποσοστά επιβίωσης».
Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας είναι επίσης πολλές και κοινές, όπως έμετοι, απώλεια μαλλιών, υπερβολική κούραση και καταστροφή του ανοσοποιητικού συστήματος του ατόμου, έτσι να μην μπορεί να ανταποκριθεί ακόμη και σε απλές λοιμώξεις. Όλα αυτά σίγουρα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Η αναγκαιότητα της εξατομικευμένης ιατρικής
Τα αποτελέσματα μακροχρόνιων μελετών σε μοριακό επίπεδο έδειξαν ότι κάθε περίπτωση καρκίνου είναι τόσο μοναδική όσο και το άτομο στο οποίο αναπτύσσεται. Επιβάλλεται, λοιπόν, η εφαρμογή της αποκαλούμενης εξατομικευμένης ιατρικής, η οποία βασίζεται στις πληροφορίες που παρέχουν τα ίδια τα καρκινικά κύτταρα του κάθε ασθενούς. Τέτοιες πληροφορίες αποκαλύπτουν τον μηχανισμό ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων, στόχους για στοχευμένες θεραπείες, αποκάλυψη χημειοανθεκτικότητας και πρόβλεψη ανταπόκρισης σε συγκεκριμένες χημειοθεραπείες όπως και σε στοχευμένες θεραπείες πριν την χορήγησή τους για κάθε ασθενή!
Με βάση αυτές τις πληροφορίες, θα πρέπει να επιλέγονται μόνο οι θεραπείες εκείνες που συνδέονται με τις γενετικές ιδιαιτερότητες και τα μοριακά χαρακτηριστικά των καρκινικών κυττάρων του κάθε ασθενούς. 
Οι διεθνείς επιστημονικές ανακοινώσεις που παρουσιάζουν τα ευεργετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της εξατομικευμένης ιατρικής πληθαίνουν διαρκώς και δείχνουν την σωστή κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθηθεί στην θεραπεία του καρκίνου.

ΠΙΝΑΚΑΣ


ΚΑΡΚΙΝΟΣ
ΠΟΣΟΣΤΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ
ΣΕ ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ
ΣΕ ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ
ΧΡΟΝΟΣ
ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

ΜΑΣΤΟΣ
25-55%
6-12 μήνες
24-36 μήνες
ΠΑΧΥ ΕΝΤΕΡΟ
25-35%
6-8 μήνες
12-18 μήνες
ΠΝΕΥΜΟΝΑΣ
20-30%
4-6 μήνες
6-9 μήνες
ΟΙΣΟΦΑΓΟΣ
30-50%
4-6 μήνες
6-9 μήνες
ΣΤΟΜΑΧΟΣ
20-30%
4-6 μήνες
6-9 μήνες
ΜΕΛΑΝΩΜΑ
15-25%
4-6 μήνες
6-9 μήνες
ΠΑΓΚΡΕΑΣ
15-25%
3-5 μήνες
6-9 μήνες
ΗΠΑΡ
5-15%
2-4 μήνες
6-9 μήνες


Bιβλιογραφία:
  1. Cancer Principles and Practice of Oncology. 6th Edition DeVita, et al. 2001 Lippincott Williams and Wilkins Cancer Treatment. 5th edition Haskell CM 2001.
  2. WB Saunders, Schiller JH. Harrington D. Belani CP. et al. The Eastern Cooperative Oncology Group. Comparison of four chemotherapy regimens for advanced non-small-cell lung cancer. New England Journal of Medicine. 346(2):92-8, 2002.
  3. Weissman DE and von Gunten CF. Fast Facts and Concepts #99. Chemotherapy: response and survival data. October 2003. End-of-Life Physician Education Resource Center www.eperc.mcw.edu.
  4. Μorgan G., Ward R., Barton M. The Contribution of Cytotoxic Chemotherapy to 5-year Survival in Adult Malignancies. Clinical Oncology (2004) 16: 549-560.
Πηγή